ΒΙΒΛΙΟ

«Ακτινογραφία» μιας εποχής αλλαγών

rep

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΠΟΥΛΙΔΟΥ
Πέρα-Δώθε
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 456

Μια επιχειρηματική οικογένεια της Ερμούπολης του 19ου αιώνα βρίσκεται στο επίκεντρο του μυθιστορήματος της Χριστίνας Πουλίδου. Οι πρόγονοι είχαν έρθει από τη Χίο με την προσφυγιά του 1822 και πρωταγωνίστησαν με κόπο και μόχθο στην ανάδειξη της Ερμούπολης σε διεθνές εμπορο-ναυτιλιακό κέντρο. Η αφήγηση εστιάζει στη δεύτερη και τρίτη γενιά: την οικογένεια του Στέφανου Χωρέμη, μεγαλέμπορου και εφοπλιστή πλέον, και του γιου του Ζαννή, από τα μέσα του 19ου αιώνα έως την αναχώρηση για τον Πειραιά, περί το 1880. Σε αντίστιξη, παρακολουθούμε την πορεία της συγγενικής οικογένειας Ξυφά – ο γενάρχης Αμβρόσιος έγινε δήμαρχος, ο γιος του όμως, πρωτοξάδελφος και συνεργάτης του Στέφανου, ατύχησε στον γάμο του και πέθανε νωρίς, πράγμα που οδήγησε τον γιο του Αντώνη να υιοθετηθεί ουσιαστικά και να μεγαλώσει στο Χωρέμικο.

Η ιστορία της οικογένειας συνυφαίνεται με τις οικονομικές εξελίξεις της εποχής και αυτό αποτελεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο του μυθιστορήματος. Παρά τις απόπειρες προσαρμογής, η οικογένεια δεν θα μπορέσει τελικά να αναμετρηθεί με τη μεγάλη αλλαγή που συντελείται στην τοπική οικονομία και κοινωνία μετά το 1870-80, με την παρακμή του διεθνούς εμπορίου και της ιστιοφόρου ναυτιλίας, τη στροφή στη βιομηχανία και την εμφάνιση των νέων εργατικών στρωμάτων με τις δικές τους διεκδικήσεις. Ο κόσμος των προσωπικών σχέσεων, της επιχειρηματικότητας που λειτουργούσε με βάση την αμοιβαία εμπιστοσύνη, την εντιμότητα, τον σεβασμό των ιεραρχιών, την επίγνωση της κοινωνικής αποστολής των μεν και την αφοσίωση των δε, έσβηνε καθώς αναδυόταν η νέα ταξικότητα, αποσαφηνίζονταν οι κοινωνικές διαιρέσεις, και κυριαρχούσε ο κυνικός ανταγωνισμός.

Αν, όμως, η οικονομική και επιχειρηματική δράση είναι το στέρεο υπόβαθρο, το στημόνι, της ιστορίας που αφηγείται η Πουλίδου, το υφάδι, πιο σύνθετο και πολύχρωμο, είναι ο τρόπος ζωής αυτού του μεγαλοαστικού κοινωνικού στρώματος στην Ερμούπολη της εποχής. Η Πουλίδου ανασυγκροτεί με εντυπωσιακό πλήθος λεπτομερειών την καθημερινότητα των οικογενειών αυτών, όπου βέβαια πρωταγωνιστούν οι γυναίκες, με κεντρικό πρόσωπο τη Σμαράγδα Χωρέμη. Η ζωή στο σπίτι των Χωρέμη πρώτα πρώτα, με το πολυμελές υπηρετικό προσωπικό, γυναικείο πάντα, με τους επιμερισμένους ρόλους – η καμαριέρα, η μαγείρισσα, η τραπεζιέρα, η παραμάνα του παιδιού, αλλά και η δασκάλα των γαλλικών. Οι αλλεπάλληλες επισκέψεις έπειτα, τα σουαρέ και οι χοροί, τα φορέματα με τη Γαλλίδα μοδίστρα, οι συναντήσεις των ανδρών στη λέσχη. Η κυκλοφορία στην πόλη, τα πλακόστρωτα με τις καβαλίνες, τα μικρά μπαλκόνια που δεν προστατεύουν από την ξαφνική μπόρα, το λιμάνι με τις μαούνες σε αέναη κίνηση. Η ζωή στο εξοχικό του Πισκοπιού τέλος, τόπος θερινής συνάντησης συγγενών και φίλων από άλλα μέρη –την Αλεξάνδρεια, την Ευρώπη– με απολαυστικές περιγραφές στιγμών ευδαιμονίας.

aktinografia-mias-epochis-allagon0
Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Σκιαγραφούνται παράλληλα οι χαρακτήρες των προσώπων, ενώ ιδιαίτερη θέση έχει στο μυθιστόρημα η παρουσία των ξένων, ψηφίδες από το πολύχρωμο πληθυσμιακό μωσαϊκό της πόλης στις οποίες εστιάζει η Πουλίδου. Ο Γκασπάρ, φυγάς από τη Γαλλία μετά τα επαναστατικά γεγονότα του 1848, και τα αδέλφια Μαχλούφ της Συρίας, τα μόνα που διασώθηκαν από τις σφαγές στη Δαμασκό το 1860, όλοι μαζί κατέληξαν στη Σύρο.

Ανοιχτή κοινωνία

Τα πρόσωπα αυτά θα ενταχθούν στην ερμουπολίτικη κοινωνία, την οποία μπολιάζουν με τα δικά τους πολιτισμικά εφόδια. Ανοιχτή και ευέλικτη, μαθημένη στην ποικιλία των προελεύσεων και των τοπικιστικών αντιπαλοτήτων, η Ερμούπολη αναδεικνύεται εδώ ως τόπος υποδοχής αλλεπάλληλων κυμάτων προσφύγων, που θα ενταχθούν δημιουργικά στη δυναμική κοινωνία της. Δεν έλειψαν βέβαια οι παραφωνίες, οι ενστάσεις για τα νέα προσφυγικά κύματα που εκφράζουν οι παλαιότεροι πρόσφυγες. Απηχώντας και σημερινούς προβληματισμούς, η Πουλίδου τονίζει την «ώσμωση των πληθυσμών… [που] διαμόρφωσαν ένα συνεκτικό και δημιουργικό πλαίσιο ζωής».

Το μυθιστόρημα –που διαβάζεται απνευστί– ανασυγκροτεί την εποχή με υψηλή ιστορική ακρίβεια. Στις σελίδες του ξεδιπλώνεται η βεντάλια των συμπεριφορών, των συνηθειών των ανθρώπων της εποχής, με τρόπο απτό, τον τρόπο των αισθήσεων, της μυρουδιάς και της γεύσης, πάνω στο φόντο μιας πόλης που εκπέμπει ακόμα και σήμερα την ιστορικότητά της, και νομίζω πως αυτό το στοιχείο έχει παίξει τον ρόλο του: ήταν από μόνο του μια πρόκληση για τις αναζητήσεις της Πουλίδου, και ένα στέρεο, ζωντανό τεκμήριο αυθεντικότητας.