ΒΙΒΛΙΟ

Τρόμος, ίλιγγος και γαλήνη στον Ρέμπραντ

rembrandt

ΝΑΥΣΙΚΑ ΛΙΤΣΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ
Τα συναισθήματα και το υψηλό.
Η αντίληψη της έκφρασής τους στην ιστορική ζωγραφική του Rembrandt
εκδ. Ευρασία, 2019, σελ. 144

Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου της για τον Ρέμπραντ, η Ναυσικά Λιτσαρδοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια στο Τμήμα Θεωρίας και Ιστορίας της Τέχνης της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, παραθέτει ένα ενδιαφέρον ανέκδοτο που αντλεί από τον σπουδαίο φιλόλογο και μελετητή του 17ου αιώνα, τον Φραντσίσκους Τζούνιους τον Νεότερο, ο οποίος, με τη σειρά του, το είχε αλιεύσει από τον Σενέκα: αφού ζωγράφισε την τιμωρία του Προμηθέα, ο αρχαίος ζωγράφος Παρράσιος κατηγορήθηκε ότι είχε βασανίσει τον σκλάβο που χρησιμοποίησε ως μοντέλο του, προκειμένου να αποδώσει τη σκληρότητα, την ωμότητα, τη φρίκη της τιμωρίας του Προμηθέα από τους θεούς.

Ωστόσο, η Ναυσικά Λιτσαρδοπούλου, δεν έχει ως αντικειμενικό σκοπό εδώ να συζητήσει περί της ρεαλιστικής, ωμής αποτύπωσης της ανθρώπινης (ή και θεϊκής) θηριωδίας στη ζωγραφική. Ο στόχος της είναι διαφορετικός και έχει περισσότερο να κάνει με τα αισθήματα που μπορεί να προκαλεί ένα έργο τέχνης στον θεατή.
«Στη βάση της ακρότητας του ανεκδότου του Τζούνιους και της “Τύφλωσης του Σαμψών” του Ρέμπραντ», γράφει, «ο θεατής βγαίνει εκτός ορίων, εκστασιάζεται, καταλαμβάνεται από αυτό που βλέπει, χάνει την κυριαρχία του, βρίσκεται in extremis».

Εκτός ορίων, έκσταση, κατάληψη, απώλεια αυτοκυριαρχίας, έρμαιο των άκρων ο θεατής. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε στην καρδιά της προβληματικής της συγγραφέως στον ανά χείρας τόμο, μια ιδιότυπη μονογραφία που εστιάζει σε τρία συγκεκριμένα έργα του Ρέμπραντ με σκοπό να τα (και να τον) συνδέσει με την έννοια του Υψηλού, έτσι όπως την είχε διατυπώσει στην περίφημη πραγματεία του ο Λογγίνος.

Οπου όμως το Υψηλό (η αγγλική αντίστοιχη λέξη είναι μάλλον πιο εύστοχη: the sublime) δεν είναι κάποιο καθαρό, αποστειρωμένο, τετράγωνο δείγμα της ανθρώπινης εκφραστικής στο άπιαστο επίπεδο της υψηλής κουλτούρας, αλλά, αντίθετα: είναι το απέραντο που είναι και γαλήνιο αλλά την ίδια στιγμή, όπως κάθε απεραντοσύνη, προκαλεί και αναστάτωση, ίλιγγο, τρόμο.

«Ενα βιβλίο πρέπει να είναι σαν ένα τσεκούρι που θρυμματίζει την παγωμένη θάλασσα μέσα μας», έγραφε κάποτε ο Κάφκα και κοντά σε αυτή τη διατύπωση, εάν τη διευρύνουμε και στα άλλα καλλιτεχνικά πεδία, νομίζω πως κινείται ο Λιτσαρδοπούλου μιλώντας για τη δύναμη και τη διαπεραστική ζωγραφική του μεγάλου Ρέμπραντ.

Και το κάνει με εύληπτο τρόπο, με καθαρή σκέψη και ρέουσα αφήγηση, με αναλυτική και κριτική ματιά διάφανη, νηφάλια – μολονότι στο βιβλίο αυτό περισσότερο μιλάει για την ανησυχία που μπορεί να φέρει η τέχνη παρά για νηφαλιότητα.

Η συγγραφέας επικεντρώνεται σε τρία χαρακτηριστικά έργα του Ρέμπραντ: το ένα εμπνέεται από την ολλανδική Ιστορία, το δεύτερο από την Αγία Γραφή, το τρίτο από την αρχαία ελληνική μυθολογία.

tromos-iliggos-kai-galini-ston-remprant0
Το εξώφυλλο του βιβλίου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ευρασία.

Κατ’ αντιστοιχία: «Η συνωμοσία των Βαταυών υπό τον Claudius Civilis» (1661-1662), «Η τύφλωση του Σαμψών» (1636) και «Ο Δίας και ο Ερμής επισκέπτονται τον Φιλήμονα και τη Βαυκίδα» (1658).

Το ερώτημα

Γιατί τα συγκεκριμένα έργα και όχι άλλα; Διότι τα προσεγγίζει ως πιο αντιπροσωπευτικά και ενδεικτικά μιας τέχνης που μπορεί να αφορά τον θεατή του τότε (της εποχής του Ρέμπραντ, π.χ.), αλλά ενδεχομένως και του σήμερα.

Κατά δεύτερον, είναι τρία έργα όπου το καθένα με τον δικό του τρόπο εξάπτει, με το «σπασμένο χρώμα», με την αέναη ερωτοτροπία φωτός και σκιάς, με τις αδρές μα και θολές μορφές του, τον συναισθηματικό κόσμο του θεατή, τον φορτίζει, τον ταρακουνάει.

Και, τέλος, είναι έργα που θα μπορούσε κάποιος να τα προσεγγίσει μέσα από το πρίσμα της έννοιας του λογγίνειου Υψηλού, έννοιας πολύ ιδιαίτερης και λεπτής, ρευστής, ακόμα και αμφιλεγόμενης.

Ως προς το πραγματολογικό υπόβαθρο των τριών έργων: η «Συνωμοσία» αναφέρεται στην επανάσταση των Βαταυών, των αρχαίων κατοίκων της Ολλανδίας ενάντια στους διεφθαρμένους Ρωμαίους διοικητές τους κατά τον 1ο αι. μ.Χ., μεταφορά, ίσως, για την επανάσταση των Ολλανδών ενάντια στην ισπανική κατακτητική πολιτική κατά τον 17ο αιώνα.

Η «Τύφλωση του Σαμψών» παραπέμπει στο γνωστό βιβλικό μύθο της Δαλιδά, που με δόλο κόβει τα μαλλιά –πηγή δύναμης– του Σαμψών και οι φρουροί βρίσκουν την ευκαιρία να τον τυφλώσουν (το έργο κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου).

Τέλος, «Ο Δίας και ο Ερμής» είναι μια σκηνή θεϊκής μεταμόρφωσης, παρμένο από τις «Μεταμορφώσεις» του Οβίδιου.

tromos-iliggos-kai-galini-ston-remprant1
«Η συνωμοσία των Βαταυών υπό τον Claudius Civilis», έργο που ο Ρέμπραντ φιλοτέχνησε το 1661-1662.

Το σοκ των χρωματισμών και των φωτισμών της σκηνής

Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι η «Συνωμοσία των Βαταυών» είχε προκαλέσει αντιδράσεις στην εποχή της· το έργο είχε απορριφθεί (τοποθετήθηκε για λίγο στο δημαρχείο του Αμστερνταμ και μετά αποσύρθηκε) εξαιτίας της «τραχιάς πινελιάς» του Ρέμπραντ. Με άλλα λόγια, περισσότερο αναστάτωνε παρά εφησύχαζε ή τόνωνε το εθνικοπατριωτικό αίσθημα. «Ελλειψη εξιδανίκευσης των απεικονιζομένων προσώπων», το «έντονο κιαροσκούρο, το οποίο βυθίζει στο σκοτάδι ορισμένες λεπτομέρειες», η «έλλειψη κλασικιστικού decorum», στοιχεία που συνέβαλαν στη μάλλον ψυχρή υποδοχή του έργου. Κι όμως, όπως γράφει η Λιτσαρδοπούλου, «τα τραχιά πρόσωπα, πέρα από αληθοφανή, είναι τόσο εξατομικευμένα ή οικεία, ώστε επίσης διευκολύνεται η συναισθηματική σύνδεση του θεατή. Ετσι, ο Ρέμπραντ ξεπερνά τον σκόπελο της τυποποιημένης απόδοσης των συναισθημάτων». Βρισκόμαστε στο πάνθεον μιας «δραματικής μνημειακότητας που χαρακτηρίζεται από έντονους, εκρηκτικούς τόνους».

Με τον «Σαμψών» οι «εκρηκτικοί τόνοι» είναι βέβαια ακόμα πιο έντονοι: ορθά η συγγραφέας μιλάει για «μία από τις αγριότερες στιγμές του Ρέμπραντ». Ομως δεν είναι τόσο ο αμείλικτος ρεαλισμός που προκαλεί σοκ όσο οι χρωματισμοί και οι φωτισμοί της σκηνής: ο ρεαλισμός υποχωρεί έναντι μιας φρενιασμένης κίνησης, σκηνής επιβλητικής και υποβλητικής την ίδια στιγμή. Τέλος, το στοιχείο της θεϊκής μεταμόρφωσης στο «Ο Δίας και ο Ερμής επισκέπτονται τον Φιλήμονα και τη Βαυκίδα», αφήγηση που θα μπορούσε να ιδωθεί εκ παραλλήλου με τη βιβλική αφήγηση του Δείπνου εις Εμμαούς, η μεταμόρφωση συντελείται στη σφαίρα του θεϊκού αλλά εντός ενός πολύ ταπεινού, ανθρώπινου σπιτιού.

Εδώ, το παιχνίδι ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι δεν είναι διόλου αθώο, αλλά μεταφέρει τη (φαινομενικά στατική) δράση σε ένα άλλο, υπερβατικό επίπεδο.

Εκκινώντας από τους Βαταυούς και καταλήγοντας στον Δία και τον Ερμή, η Λιτσαρδοπούλου μοιάζει να κλιμακώνει την έκφραση του εκρηκτικού συναισθήματος από μια φορτισμένη ιστορική στιγμή σε μια καθαρά μυθολογική, που όμως ακραγγίζει και το βιβλικό: το άγγιγμα του θείου, φευγαλέο, τρομακτικό, σκοτεινό μα και ολόφωτο την ίδια στιγμή. Εχουμε εδώ πια περάσει για τα καλά στη σφαίρα του Υψηλού; Και πώς περιγράφεται;

Το αίσθημα του δέους

Είναι το αίσθημα του δέους απέναντι σε κάτι που ξεπερνάει τα όρια: υπερβατικό, κάτι που μοιάζει να βγαίνει από τα ανθρώπινα σωθικά, αλλά που υπερβαίνει τα ανθρώπινα και περνάει σε άλλες σφαίρες. Μιλώντας με όρους θεολογικούς, θα μπορούσε να ήταν το numinous: μια ακραία μορφή του αισθήματος του δέους, ένα μείγμα έκστασης μα και τρόμου, που καταλαμβάνει τον απλό θνητό όταν έρχεται σε επαφή με το ιερό.

Γράφει η Λιτσαρδοπούλου: «Ο θεατής καλείται να διαβάσει τον μύθο που διαδραματίζεται μέσα σε έναν χώρο με έντονα σκοτάδια και εξάρσεις φωτός, σε έναν χώρο, ο οποίος, με άλλα λόγια, δεν μοιάζει με τον οικείο καθημερινό χώρο του θεατή της εποχής. Η φαντασία του θεατή, που μπορεί να δώσει μεγαληγορία, βλέπει έτσι αυτό που στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ιδωθεί, τη θεϊκή αποκάλυψη, όπως ο Ευριπίδης, που καθώς μας παραδίδει ο Λογγίνος, “είδε ο ίδιος τις Ερινύες κι ανάγκασε… και τους ακροατές του να δουν αυτό που φαντάστηκε”». Ωστόσο, «ο Ρέμπραντ δεν ζωγραφίζει το Υψηλό», παρατηρεί η συγγραφέας στο τελευταίο κεφάλαιο της μονογραφίας αυτής. Μα λίγο παρακάτω διευκρινίζει γιατί είναι χρήσιμο να δούμε τη μεγάλη τέχνη του μέσα από αυτό το συγκεκριμένο πρίσμα: ο Ρέμπραντ «προφανώς ζωγραφίζει τη ζωή όπως την παρατηρεί ή όπως την αντιλαμβάνεται, αλλά επίσης τη ζωγραφίζει στη μέγιστη έντασή της».

Ή, αλλιώς, όπως το έλεγε ο Ρίλκε στις «Ελεγείες του Ντουίνο»: «Η ομορφιά είναι η αρχή του τρομερού».