ΒΙΒΛΙΟ

Αναζητώντας τις διαδρομές του ταξιδευτή Μωραϊτίδη

Αναζητώντας τις διαδρομές του ταξιδευτή Μωραϊτίδη

Ο Μωραϊτίδης, διαφορετικής ιδιοσυγκρασίας από εκείνη του τριτεξαδέλφου του Παπαδιαμάντη, ταξιδεύει αδιάκοπα σε θάλασσες, προπάντων, και στεριές, όχι επειδή τον πιέζουν βιοτικές ανάγκες, αλλά –το γράφω ευτόλμως– «για υπόθεσες ψυχικές». Τον ισχυρισμό μου πιστοποιούν οι τίτλοι δύο τουλάχιστον από τις έξι σειρές των ταξιδιωτικών του «Με του Βορηά τα κύματα»: σειρά Β΄ «Κωνσταντινούπολις» και σειρά Γ΄ «Αγιον Ορος». Και οι άλλες εξιστορούν γοητευτικά τις θαλασσινές και στεριανές στράτες ενός προσκυνητή, ενός πελεγρίνου, εραστή μιας Κτίσης που δεν λατρεύεται πάντως «παρά τον Κτίσαντα».

Τα διηγήματά του εκδόθηκαν, ενόσω ζούσε, δύο φορές σε έξι σειρές. Επανεκδόθηκαν φιλολογικά σε τρεις τόμους πολύ αργότερα (1991-1993). Των ταξιδιωτικών τμήματα εκδόθηκαν κατά καιρούς, ωστόσο συνολική έκδοση φιλολογικά φροντισμένη, εκατόν εβδομήντα χρόνια από τη γέννησή του, δεν υπάρχει. Μια τρίτομη έκδοση, παραπλήσια με εκείνη των Διηγημάτων του, που θα βοηθούσε όχι μόνο τον απλό αναγνώστη αλλά και τον λόγιο να ουριοδρομήσει αντάμα με τον μερακλωμένο ταξιδευτή, είναι ένα από τα desiderata, ήγουν τα ζητούμενα της νεοελληνικής φιλολογίας. Μιας τέτοιας λογής έκδοση θα εξηγεί με γλωσσάριο εκτενές τι είναι τα «γκαβοντόλια», ο ιπποκρατικός «αναγαργαρισμός», οι «μπιαντέδες της Πόλης», το νόημα φράσεων όπως η μελαγχολική «πάει και πανταπάει» και, επιπλέον, θα επισημαίνει ποιες λέξεις έπλασε ο συγγραφέας.

Τα «γερλήσια οψάρια»

Ο φιλοτάξιδος Μωραϊτίδης νοστιμεύεται «τα γερλήσια οψάρια» της Σμύρνης και τα «γαμπριάτικα μπαρμπούνια» του Αργοσαρωνικού, αλλά δεν λησμονεί τον φιλόλογο και θεολογούντα εαυτό του, λοιπόν έκπληκτος τον ακούς, ενώ μιλάει για «κοτταράδες» ή μανάβηδες, να δανείζεται τολμηρά τα της Γραφής «εθαυμάστωσαν» και «οσμήν ευωδίας» για μαγειρεμένους αστακούς! Ναι, τέτοια ο μετέπειτα Μεγαλόσχημος Μοναχός Ανδρόνικος. Και πάλι, αυτός ο περιπατητής, ο itinerarius, σε διαφορετική περίσταση ανακαλεί το πλατωνικό «κατέβην χθες εις Πειραιά» όχι ως ράκος μνήμης ή για επίδειξη, αλλά για να δηλώσει το δικό του προσκύνημα στον Αγιο Σπυρίδωνα, ανάλογο με το σωκρατικό.

Εδώ, λοιπόν, αναπόφευκτα θα προσφύγω στο κείμενο «Ο Κυρ Αλέξανδρος» του άλλου ταξιδιώτη Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ο Μωραϊτίδης έγραψε το εκτενέστατο και κατ’ εξοχήν ταξιδιωτικό διήγημα «Με τα πανιά», που κατέθελξε «τον Καρπενησιώτη απ’ τα ψηλά βουνά». Αντιγράφω:

«Ο συγγραφεύς ταξιδεύει σε μια σκούνα “bateau ivre”. Ιλιγγιώδης διαδρομή θαυμαστών εικόνων, βιβλικών, έκλαμπρος και μεθυστική διήγησις των φυσικών φαινομένων. Θα έλεγα: Η μέθη της κινήσεως εκφραζομένη υπό Βυζαντινού υμνωδού. Ποίημα πολυσέλιδον του ναυτικού ηρωισμού, τραγούδι φυσιολατρίας και δράσεως από Σκιάθου μέχρι Κωνσταντινουπόλεως, ίσως και εθνικόν τραγούδι. Ιδού επιτέλους ο Μωραϊτίδης οιστρηλατημένος διά την δράσιν… Αλλά τι περιμένατε; Ο αειτάραχος ούτος ύμνος της ενεργείας, το ποίημα της τρικυμίας, το ταξίδι της Σκιαθίτικης σκούνας καταλήγει τέλος πού; Εις μίαν Εκκλησίαν. Εκεί ο συγγραφεύς αρκείται να βλέπη το μικρόν αργυρούν ομοίωμα του θαλασσομάχου πλοίου κρεμασμένον εις τον πολυέλαιον, και να προσεύχεται, χωρίς να ταξιδέψη ποτέ πλέον. Λοιπόν και η τρικυμία έγινε προσευχή».

Τόση η τόλμη του Παπαντωνίου: η σκιαθίτικη σκούνα που εκκλησιάζεται είναι «bateau ivre», ήγουν ο Μωραϊτίδης Ρεμπώ και μαζί Πεντζίκης.

Τα νέα είναι καλά: υπάρχει ο επαρκέστατα προπονημένος φιλολογικός επιμελητής, οι εξίσου φιλομωραϊτιδικοί συνεπιμελητές του και ο επόπτης πανεπιστημιακός καθηγητής. Ετσι φέτος, εκατόν εβδομήντα χρόνια από τη γέννησή του, υπάρχει ελπίδα να δούμε τον πρώτο τόμο των ταξιδιωτικών του.