ΒΙΒΛΙΟ

Το σημάδι στο χαλί απ’ το τσιγάρο του, πόνος ανελέητος

Το σημάδι στο χαλί απ’ το τσιγάρο του, πόνος ανελέητος

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΙΔΗΡΑ
Οίμοι, λέγουσα
εκδ. Κέδρος, 2020, σελ. 48

Με κυρίαρχο μοτίβο την απώλεια και πάντα με τη σφραγίδα της αξιοσύνης και της εγκαρτέρησης η Αγγελική Σιδηρά έρχεται σε καιρούς ανυπέρβλητων δυσκολιών και απέραντου φόβου να μας προσφέρει την ποιητική συλλογή «Οίμοι, λέγουσα», ένα έργο χρέους που συνεχίζει να ωριμάζει μέσα της για να γίνει τελικά έργο ολόκληρης ζωής. Ενα έργο ουσιαστικού προορισμού που προφανώς η ποιήτρια δεν είχε προβλέψει και που υπερβαίνει ενδεχομένως τα όρια του ποιητικού στόχου της. Η Αγγελική Σιδηρά αφιερώνει τα είκοσι πέντε ποιήματα του βιβλίου στον Αλέξη της, τον γιο που χάθηκε πρόωρα, πριν από τέσσερα χρόνια, αφήνοντας στο σπίτι της «εκείνο τον λεκέ απ’ το τσιγάρο του» που τότε πάσχιζε να εξαλείψει και θύμωνε και τα ’βαζε μαζί του για την απερισκεψία του. Ενα ανεξίτηλο σημάδι στο χαλί γίνεται ανεπούλωτο τραύμα στο στήθος και πόνος ανελέητος. Τώρα η μάνα σκύβει και φιλά το χαλί μεταλλάσσοντας σε ιδρώτα «το κλάμα που δεν έκλαψε». Η μάνα εγκυμονεί τον θάνατο του παιδιού της. Το γεννά ξανά και ξανά και το αποθέτει στοργικά στο λίκνο της μοναξιάς της. «Τόσο ακριβό, τόσο εξωφρενικό / είναι επιτέλους ένα θαύμα, Θεέ μου;» αναρωτιέται στο ποίημα «Τοκετός».

Ομως η αδυσώπητη αλήθεια είναι εκείνη που επιβιώνει μετά τη στιγμή-γδούπο που χωρίζει στα δυο τη ζωή της. Αφήνει τον ανοιξιάτικο ήλιο να επικεντρώνει όλες τις ακτίνες του στην απουσία του παιδιού της περιστοιχισμένη από «λέξεις ανεξέλεγκτες» που γυρίζουν πίσω και την πνίγουν. Περισσότερο την πληγώνει η άσπρη κόλλα που έδωσε στη δασκάλα της η εγγονή της όταν της βάλαν έκθεση με θέμα: «Ο πατέρας μου». Η μικρή Τζωρτζίνα εύχεται «Καλά Χριστούγενα» στον μπαμπά της. Γράφει ανορθόγραφα, μ’ ένα νι. «Ισως να το έκανε επίτηδες. Γιατί εκείνος / αν το διάβαζε έτσι ανορθόγραφο / σίγουρα θα κατέβαινε στη γη / να τη “μαλώσει”». Κι όμως… ο μπαμπάς συνεχίζει να την κοιτά χαμογελώντας «μέσα από την περίτεχνη ασφάλεια της κορνίζας της φωτογραφίας του». Η μικρή δεν πτοείται. Δίνει τ’ όνομά του στο χρυσόψαρο που της χάρισαν και κολλάει το θλιμμένο προσωπάκι της στο τζάμι.

Τα ποιήματα της Αγγελικής Σιδηρά κινούμενα στον ζοφερό χώρο σκληρών προσωπικών βιωμάτων ανεξάρτητα από τον εξώγλυφο πόνο τους, ανάγονται σ’ ένα ρεαλισμό ουσίας. Εικόνες βιωμένων γεγονότων που έχουν αποτυπωθεί στην ψυχή της σαν με σίδερο πυρακτωμένο φτάνουν στο απόγειο του πόνου, παράλληλα ωστόσο αναδεικνύουν τη νίκη της ζωής πάνω στον θάνατο ξορκίζοντας το κακό. Κι όπως «Η τρελή ροδιά» του Ελύτη «που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου κι ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων», η Αγγελική Σιδηρά λυτρώνεται μέσα από τους στίχους της. Η λύτρωση πηγάζει από την ποίηση, το καταφύγιό της. Δεν υπάρχει ούτε ένας στίχος περιττός. Η ποιήτρια ωστόσο είναι πάνω απ’ όλα «μάνα». Τον υπέρτατο ρόλο της αναδεικνύουν οι στίχοι: «Ο Αλέξης μου “μάνα” θαρρετά με φώναζε / – προσέξτε τον παρωχημένο χρόνο – / και τα σπλάχνα μου τραντάζονταν / καθώς με ταύτιζε / με τον υπέρτατό μου ρόλο».

Μένει λοιπόν να γράφει ποιήματα μόνο για το παιδί της μ’ ένα κοινό μολύβι: «Μολύβι που πονά / κι όσο πονάει τόσο λιγοστεύει. Αν σχεδιάσει κάποια λέξη άστοχη / κι επέμβει η γομολάστιχα, / τότε ξεσπά σε δάκρυα, / δάκρυα αληθινής μετάνοιας».

Η δύναμη της ποίησης ανυπέρβλητη. Μεγάλη όπως τα λόγια του δεκάχρονου αγοριού που γράφει ανορθόγραφα στο σημειωματάκι του: «Γιαγιά μου, μην αφήνεις τη λύπη / να σου επιτήθετε. Κάνε άμυνα. Πολέμησέ την».