ΒΙΒΛΙΟ

Η Ρόμπιν, η Νόρα, η Τζένη και το σώμα τους, η ψυχή τους

nixtodasos

ΤΖΟΥΝΑ ΜΠΑΡΝΣ
Νυχτοδάσος
Εισαγωγές: T. S. Eliot
και Jeanette Winterson
μετάφραση – επίμετρο:
Αργυρώ Μαντόγλου
εκδ. Gutenberg, σελ. 276

Η μάλλον στοιχειώδης πλοκή είναι στην προκειμένη περίπτωση το ικανό και αναγκαίο πρόσχημα. Η τέχνη του λόγου φιλοδοξεί και δικαίως να μαρτυρήσει τα ένδον τοπία, τα φαινομενικά προσβάσιμα. Αλλά στην πραγματικότητα ερεβώδη. Εκεί όπου η έμπειρη και επαρκής γραφίδα-νυστέρι εισέρχεται με δέος, αλλά και με εύλογο πείσμα. Το ασύνειδο, δομημένο από καιρό ως γλώσσα, περιμένει τον φορέα εκείνον, ο οποίος θα αλώσει, μάλλον εμμανώς, το όποιο δυνατό νόημά του.

Κοντολογίς, το όνειρο τόσο του βίου, στο σύνολό του, όσο και το όνειρο της γραφής σε αυτές ακριβώς τις σελίδες, οι οποίες σημειωτέον εντυπωσίασαν, μεταξύ άλλων, τον Τ. Σ. Ελιοτ, βεβαίως ταυτίζονται. Αλλωστε το «Νυχτοδάσος» (1936) δηλώνει με έμφαση στην κρίσιμη σελίδα 184 ότι όντως «η ζωή ενός ανθρώπου είναι αποκλειστικά δική του, όταν ο ίδιος την έχει επινοήσει». Δεν υφίσταται, εν ολίγοις, καμιά συγκεχυμένη ενόρμηση, καμιά πονηριά ενός ψευδο- μοντερνισμού ή επιδειξιομανούς φορμαλισμού: η ευφυώς επίλεκτη λέξη της Τζούνα Μπαρνς (1892-1982) συνιστά, εκ προοιμίου μάλιστα, την ψηφίδα της όψης, την οποία διαθέτει η μη προσχηματική παρέκκλιση, η λεγόμενη παραβατική συμπεριφορά συγκεκριμένων μελών της κοινωνικής κυψέλης. Γι’ αυτό και οι γυναίκες εδώ, η Ρόμπιν, η Νόρα, η Τζένη, δηλώνουν εμμέσως πλην σαφώς ότι το σώμα τους είναι επακριβώς η ίδια τους η ψυχή. Μάλιστα ερωτεύονται, ασυστόλως και βασανιστικά, ενίοτε σαδομαζοχιστικά, η μια την άλλη.

Οι αναγνώστες δεν αργούν να οικειοποιηθούν μέρος του συγκεκριμένου κειμενοχώρου. Είναι άλλωστε, ως εκ των πραγμάτων, οι αδιαμφισβήτητοι συνειδητοί αποδέκτες του. Δεν απωθεί, δεν υπονομεύει την αισθητική εμπέδωση ο έρωτας αυτός, όπως εκτίθεται γυμνός, εξαιρετικά εύληπτος κι άλλο τόσο απροστάτευτος, σε αυτό «το λογοτεχνικό ορόσημο της φεμινιστικής και λεσβιακής λογοτεχνίας».

Το θαύμασαν, ως γνωστόν, ο Τζέιμς Τζόις, ο Γουίλιαμ Φόκνερ, ο Φ. Μ. Φορντ, ενώ ο Γουίλιαμ Μπάροουζ το θεώρησε απερίφραστα «ένα από τα σπουδαιότερα βιβλία του 20ού αιώνα». Συγκρατώ τις σημαδιακές εκφάνσεις ενός παρορμητικού λογά. Αναφέρομαι στο ασίγαστο εκείνο λεκτικό ποτάμι, που ποτίζει μεθοδικά την κοιλάδα του μυθο-δοκιμίου-μεγα-ποιήματος. Είναι αυτοπροσώπως ο γιατρός Μάθιου – Μέγας – κόκκος – άλατος – Δάντης Ο’ Κόνορ. Συχνά ο λόγος-χρησμός αναβαθμίζει το κείμενο σε ψυχογράφημα μιας ολόκληρης εποχής.

Εξ όνυχος τα εξής: «Κανένας άνθρωπος δεν χρειάζεται θεραπεία για την προσωπική του ασθένεια, θα όφειλε να ενδιαφερθεί περισσότερο για την οικουμενική του πάθηση […] Ο πολύτιμος γαλαξίας της παραπληροφόρησης που ονομάζεται νους, προσκολλημένος στην αδιανόητη και διάτρητη συσπείρωση που ονομάζεται ψυχή, κατηφορίζοντας αργά το σχεδόν σβησμένο μονοπάτι του Καλού και του Κακού, που τυχαία σχεδιάστηκε είναι το ιερό ο τρόπος που το σώμα προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου».

Βέβαια οι παρεμβάσεις αυτές δεν καταλήγουν ποτέ σε μη-ομιλία, σε απάτη λόγου ή apparole, για να θυμηθούμε τον Ζακ-Αλέν Μιλέρ, ο οποίος ανασυντάσσει ευεργετικά το λακανικό καταπίστευμα. Η εμπειρία του γιατρού είναι συνεπώς πολλαπλώς χρήσιμη: το (ως) μυθιστόρημα, εστιαζόμενο κατ’ εξοχήν στις πτυχώσεις, στις τρύπες, στις παρυφές της γλωσσικής ύλης αποσπά πολύτιμα τεμάχια αλήθειας, η οποία είτε (εσκεμμένως;) είχε αγνοηθεί είτε σκοπίμως είχε μεταμορφωθεί με κομψό ή εξόφθαλμα άκομψο τρόπο σε εγώ – ταυτότητα. Η διεξοδική μετάφραση που αναμετρήθηκε με δεκάδες σημασιολογικούς γρίφους δικαίωσε τις προθέσεις του εκδότη στο ακέραιο.