ΒΙΒΛΙΟ

Ταράζοντας τα λιμνάζοντα ύδατα

viv

ΝΙΚΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ
Πνεύμα αντιλογίας – Δοκίμια,
κριτικές, άρθρα, συνομιλίες
εκδ. Κουκκίδα, 2018, σελ. 305

Η εγκυρότητα του κριτικού λόγου εξασφαλίζεται με τη γνώση και το ήθος που πολλές φορές σχετίζεται με τη μαχητικότητα, εφόσον οι κριτικές παρεμβολές μπορούν να ανοίγουν μια πόρτα στο μέλλον. Η παρουσία του Νίκου Λάζαρη στην κριτική έχει συνδεθεί με τη μαχητικότητα και πολλές φορές με το «πνεύμα αντιλογίας» που τη διέπει. Στον ομώνυμο τόμο των εκδόσεων Κουκκίδα ο Λάζαρης παραθέτει «κείμενα μιας πολεμικής απέναντι στην προχειρότητα, την ευτέλεια, την επιπολαιότητα, τη ρηχότητα, την υποκρισία και τη φαυλότητα», οι οποίες, κατά τη γνώμη του συγγραφέα, «χαρακτηρίζουν σε μεγάλο βαθμό την πνευματική ζωή αυτού του τόπου».

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, αποτελούμενου από τέσσερις ενότητες [Δοκίμια και ομιλίες / Κριτικά κείμενα / Αρθρα και Συνομιλίες], διευκρινίζεται ότι «σκοπός αυτής της πολεμικής δεν είναι να εξαγγείλει, πολύ περισσότερο να διδάξει νέες κριτικές αρχές και ήθη, ούτε να παίξει εκ του ασφαλούς τον ρόλο του κήνσορα ή του τιμητή των πολιτιστικών μας τεκταινομένων, αλλά να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, να υποβάλει ερωτήματα, να αμφισβητήσει βεβαιότητες και το κυριότερο να προτείνει μια εναργέστερη και απαιτητικότερη εξέταση κάποιων παγιωμένων θέσεων ή και εννοιών».

Από την πρώτη ενότητα επιλέγουμε τα παραδείγματα του Νίκου Φωκά, «ενός από τους ελάχιστους σύγχρονους Ελληνες ποιητές που διαμόρφωσαν μια προσωπική θεωρία για την ποίηση» και του Κωνσταντίνου Καβάφη με την «πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα μεταθανάτια δόξα». Σε ό,τι αφορά τον ποιητή – κριτικό Νίκο Φωκά, επισημαίνεται η επίμονη παρατήρηση, η διαίσθηση και ο πολύχρονος εναγώνιος προβληματισμός, μέσω των οποίων οδηγήθηκε στη θεωρία του. Ο Φωκάς που παρομοιάζει την ποίηση με τα ανεξίτηλα ίχνη της υγρασίας στον τοίχο ενός σπιτιού και συναναστράφηκε με πολλούς ξένους συγγραφείς, φιλοσόφους και θεωρητικούς της λογοτεχνίας, πιστεύει ότι «όσο κι αν θελήσουμε να υποβιβάσουμε την ποίηση, εκείνη πάντα θα εμφανίζεται, όπως η υγρασία». Ετσι, «τόσο οι παλιότεροι ποιητές που νιώθουν αδικημένοι, όσο και οι νεότεροι που επιχειρούν να γράψουν, δεν πρέπει να ανησυχούν. Αν είναι γνήσιοι, κάποτε θα δικαιωθούν – κριτήριο της αναγνώρισης κάποιου ως ποιητή δεν είναι παρά η γνησιότητα. Η κριτική πάντως που στην κοινή αντίληψη λογίζεται ως επίκριση, δεν μπορεί να αποφύγει τη μονομέρεια του υποκειμενικού που την υπονομεύει. Στην περίπτωση του Καβάφη οι θέσεις αυτές είναι εμφανείς. Ανάλογα και για τον Λάζαρη. Οσοι έχουν εντρυφήσει στα δοκίμια και τις βιβλιοκρισίες, θα έχουν προφανώς διαπιστώσει ότι συναιρούν την πολεμική με την αφοσίωση στα κείμενα και την ευλαβική τους ανάγνωση.

tarazontas-ta-limnazonta-ydata0
Το βιβλίο αποτελείται από τέσσερις ενότητες: Δοκίμια και ομιλίες, Κριτικά κείμενα, Αρθρα και Συνομιλίες.

Ο Καβάφης

Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς τον Καβάφη χωρίς να επιστρατεύσει «μια σειρά από βιωματικές παρατηρήσεις που δείχνουν ότι ο Καβάφης γνώριζε σε βάθος τους όρους και τις συνθήκες που διαμορφώνουν την ανθρώπινη κατάσταση».

Στο δοκίμιο του Α΄ μέρους («Γιατί διαβάζεται ο Καβάφης σήμερα») ο Λάζαρης επισημαίνει ότι η τεράστια απήχηση του ποιητή οφείλεται «στο στοχαστικό του ρεαλισμό και στη μεγάλη καινοτομία του να κάνει ποίηση με τη γλώσσα της πεζογραφίας».

Το ποιητικό οικοδόμημα του Καβάφη βασισμένο στην «άκρως οικονομική έκφραση, τη λεκτική ακρίβεια και το επιμυθιακό απόφθεγμα (ρητό ή υποδηλούμενο) σε συνδυασμό με την περίφημη ειρωνεία του, που μίλησε όσο κανείς για την τέχνη της ποιήσεως, οδήγησε τον ποιητή στην καθολική αναγνώριση.

Από το Β΄ μέρος επιλέγουμε το δοκίμιο «Γοητευτικές ιστορίες με υπόκρουση την εξαίσια μουσική του Κάλβου», όπου ο συγγραφέας αναζητώντας τους λόγους του χαμηλού ποιοτικού επιπέδου της πεζογραφικής παραγωγής στον τόπο μας τα τελευταία είκοσι χρόνια, αναλύει την πεζογραφία της Νίκης Χατζηδημητρίου στο έργο της «Υποφωτισμένο», όπου ο ποιητής των Ωδών «δεν απεικονίζεται ως ο δυστυχής άνθρωπος (για τον οποίο είχε μιλήσει ο Δημαράς) αλλά ως ο διακατεχόμενος από το πάθος του νόστου.

Για τον Γιώργο Ιωάννου που εντυπωσίασε τον συγγραφέα (όπως και όλους τους φίλους του) με την εργατικότητα, τη συγγραφική μέθοδο και την έννοια του για τη γλώσσα, ο συγγραφέας δεν φείδεται επαίνων.

Χωρίς να είναι διανοούμενος ο Ιωάννου είχε το χάρισμα της «συνετής τόλμης», ήξερε «να λέει τα πάντα κρύβοντας», πράγμα που τον συμφιλίωνε με τις αντιφάσεις του αλλά και τον έκανε σκληρό και ανυποχώρητο αντίπαλο στις πνευματικές διαμάχες που κατά καιρούς είχε.

Τέλος, στη συνέντευξη που δίνει ο Νίκος Λάζαρης στον Δημήτρη Κοσμόπουλο (Γ΄ μέρος «Η κριτική είναι τέχνη») πληροφορούμαστε ότι η ποιητική του εργασία επηρεάζει συνειδητά την κριτική του, ενώ στη συνέντευξη που δίνει στην Ασημίνα Ξηρογιάννη με αφορμή το βιβλίο του «Η αιχμή του δόρατος» (2014) παραδέχεται ότι «το μυστικό της τέχνης είναι η υπομονή».