ΒΙΒΛΙΟ

Ποίηση των φτωχών, των κολασμένων, των αδιάγνωστων

ogawa_cover

ΑΪ ΟΓΚΑΟΥΑ
Τα αιρετικά παραμύθια
Ανθολόγιο ποιημάτων
Ανθολόγηση – Μετάφραση: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Διώνη Δημητριάδου
εκδ. Βακχικόν, σελ. 184

Κόρη μητέρας αφρικανικής καταγωγής και βιολογικό παιδί ενός Ιάπωνα (τον οποίο δεν φαίνεται να γνώρισε ποτέ), με καταγωγή την οποία η ίδια μυθολογούσε ως πολυεθνική – πολυφυλετική, η Αμερικανίδα Αϊ Ογκάουα ή απλώς «Αϊ» (1947-2010) αποτελεί μια πολύ ξεχωριστή περίπτωση στην παγκόσμια ποίηση. Αν η υπερβολή, η θραύση των ηθικών και συναισθηματικών ορίων, η ακραία πρόκληση δεν σας ασκούν έλξη, τότε η ιδιότυπη ποιήτρια δεν θα αποτελέσει κατάλληλο ανάγνωσμα. Υπάρχει, όμως, στ’ αλήθεια κανείς που, έστω και ανομολόγητα, δεν κρυφοκοιτάζει με την άκρη του ματιού του προς την κόλαση, ιδίως όταν η θέασή της προσφέρεται ανώδυνα, στην οικονομική συσκευασία ενός ποιήματος;

Δολοφόνοι και αιμομείκτες, παιδεραστές και βιαστές, αποξενωμένοι εραστές που ανήκουν στα εξαθλιωμένα κατώτερα στρώματα της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά μαζί και κάποιες διασημότητες με τραγική μοίρα, που συμπληρώνουν το άλλο μισό του (αμερικανικού) μύθου, πρωταγωνιστούν σε πρώτο πρόσωπο στα ποιήματά της. «Αισθάνομαι ότι ο δραματικός μονόλογος ήταν η φόρμα στην οποία γεννήθηκα για να γράφω και την αγαπώ τόσο παθιασμένα, ή ίσως πιο παθιασμένα, από όσο αγάπησα ποτέ μου άνδρα», έλεγε η ποιήτρια.

Η περιδιάβαση στο έργο της στην υπό συζήτηση εκτενή ανθολογία, με περισσότερα από 50 ποιήματα από όλο το χρονικό φάσμα των δημοσιεύσεών της (ξεκινώντας από τη συλλογή «Σκληρότητα» (1973) και φθάνοντας στο εύγλωττο «Δεν παραδίνομαι» (2010), που δημοσιεύθηκε μετά θάνατον), δικαιώνει τούτο το εκφρασμένο πάθος. Ανάμεσα στους «καταραμένους» πρωταγωνιστές της ξεχωρίζει ο ινδιάνικης καταγωγής πεζοναύτης Αϊρα Χέιζ, γνωστός από τη «στημένη» φωτογραφία κατά τη μάχη του Ιβο Τζίμα ανάμεσα σε Αμερικανούς και Ιάπωνες, που πέθανε από το αλκοόλ και την κατάθλιψη. Η Αϊ του αφιερώνει το ποίημα «Δεν μπορώ να πάρω μπρος», κλείνοντας με στίχους γενικής εφαρμογής σε πολλούς από τους αδιέξοδους ήρωες των ποιημάτων της: «Περνάω το τζιν και τις δικαιολογίες από το χέρι στο στόμα,/ αλλά είμαι εγώ. Είμαι εγώ./ Είμαι η μόνη βρόμικη συνήθεια/ που δεν μπορώ να κόψω».

Στο τελευταίο ποίημα («Το χρονικό του καρκίνου») το ποιητικό εγώ μοιάζει να ταυτίζεται με το πραγματικό, διαβαίνοντας ηθελημένα τις πύλες του μαρτυρίου. Η αφηγήτρια περιγράφει τον θάνατό της από καρκίνο, του οποίου αρνήθηκε τη διάγνωση και την ιατρική αντιμετώπιση. Τα βιογραφικά σημειώματα της Αϊ κάνουν λόγο για θάνατο από τις επιπτώσεις ενός καρκίνου που δεν διαγνώσθηκε.

Από τα έργα του Μπρεχτ μέχρι το «Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο» του Σαββόπουλου γνωρίζουμε πως όταν τα «αποβράσματα» της κοινωνίας παίρνουν τον λόγο, η καθαρτική λειτουργία της τέχνης είναι (τουλάχιστον) διπλή. Αφενός, στοιχειοθετείται αντικειμενικά μια έμμεση ή άμεση καταγγελία των κοινωνικών συνθηκών που τα γεννά. Αφετέρου, απονέμεται υποκειμενικά, στον καθένα μας, το μερίδιο των σκοτεινών ταυτίσεων που του αναλογεί, για να ανακουφίσει την ψυχή του. Αλλά, βέβαια, καμία από τις λειτουργίες αυτές της τέχνης δεν δικαιώνεται απλώς και μόνο επειδή καταγγέλλει ή επειδή αποφορτίζει το ανθρώπινο σκότος. Χρειάζεται –θα ακουστεί περίεργο ή οξύμωρο– ομορφιά: καλλιτεχνική ομορφιά. Μονάχα έτσι η τέχνη, εν προκειμένω η ποιητική, δικαιώνεται.

Η Αϊ βραβευμένη ποιήτρια έχει την ομορφιά με το μέρος της ακόμη και όταν πραγματεύεται αποτρόπαια θέματα. Η ομορφιά του δραματικού μονολόγου της δημιουργείται με ελάχιστες λέξεις. Και ιδού: ατμόσφαιρα, χαρακτήρες, κορύφωση! Οι αναγνώστες του Καβάφη θα αναγνωρίσουν εύκολα την τεχνική. Ενας στοιχειώδης υπομνηματισμός θα βοηθούσε την αναγνώστρια/τον αναγνώστη να παρακολουθήσει με λιγότερα ερωτήματα αυτά τα υψηλής θερμοκρασίας ποιήματα.