ΒΙΒΛΙΟ

Χρόνος ξανακερδισμένος

26s100bib

Νέλλη Ανδρικοπουλου
Παιδικά χρόνια στο Πέρα.
Αθήνα, 2013, σελ. 90

Υπάρχουν συγγραφείς που θα ευχόμασταν να έγραφαν συχνότερα, να έγραφαν περισσότερο. Οσο διάβαζα το ολιγοσέλιδο, τυπωμένο ιδίοις αναλώμασι, βιβλίο της Νέλλης Ανδρικοπούλου για τα παιδικά της χρόνια στο Πέρα της Πόλης, κατακλυζόμουν, άθελά μου, από ένα είδος βουλιμίας γι’ αυτήν τη διαυγή, πολυεπίπεδη, μουσική γραφή που μας χαρίστηκε με τόση οικονομία και αυτοσυγκράτηση.

Γιατί τα γραπτά της Ανδρικοπούλου είναι λίγα: η καταγραφή του ταξιδιού του θρυλικού αγγλικού οπλιταγωγού Ματαρόα, οχήματος καταφυγής στη Γαλλία των πρώτων φοιτητών που φυγαδεύτηκαν μετά τον πόλεμο από τη χειμαζόμενη Ελλάδα· η ψυχογραφικά οξυδερκής, αισθητικά εμβριθής σκιαγραφία του πρώτου (και μόνου της) συζύγου Νίκου Εγγονόπουλου· η θαυμάσια μετάφραση του «Μονόδρομου» του Βάλτερ Μπένγιαμιν· μερικά ποιήματα, με τίτλο χαρακτηριστικό: «Νοοπαίγνια».

Αν η μικρή Νέλλη στερήθηκε το παιχνίδι, όπως γράφει, καθώς τον χρόνο της ανεμελιάς τον έκλεβαν τα δεκάδες «καθήκοντα» που όριζαν την καθημερινότητα ενός ευάγωγου παιδιού της αστικής τάξης, έπαιξε, ωστόσο, με το πνεύμα – πνεύμα που σπινθηροβολεί, παίζοντας με τη μαγική του ικανότητα να ονομάζει.

Ζωντανεύοντας με το γραπτό της μια παιδική ηλικία, η οποία παρά τη μονοτονία, τους περιορισμούς, τις ελλείψεις της –πάντα συναισθηματικής και όχι υλικής τάξεως– συνορεύει, όπως και να το κάνουμε, με το θαύμα, η συγγραφέας δημιουργεί πλάι στον βιωμένο κόσμο έναν δεύτερο, ποιητικό, που γεννιέται από το παιχνίδι –το εύστροφο παιχνίδι της ευφυΐας, το εριστικό της ειρωνείας, το οδυνηρό του έρωτα, το παράτολμο της αποκρυπτογράφησης των μυστηρίων των ενηλίκων– και συνυφαίνεται με το αίνιγμα.

Μοναχικό παιδί, η μικρή Νέλλη, έγκλειστο στο κουκούλι της αστικής ευμάρειας και της αυστηρής κανονικότητας, διπλά έγκλειστο στον στενό κύκλο της ελληνικής μειονότητας, γεύεται την αθυμία της κοινωνικής ρουτίνας και της αντιστρατεύεται αναπτύσσοντας πλούσια εσωτερική ζωή.

Παρατηρεί, αναρωτιέται και κρίνει, οιστρηλατημένη από μια τόλμη που τη «σήκωνε και την απέθετε μακριά»· περιμένει αορίστως το μέλλον, υπόσχεση ελευθερίας και αυτεξουσιότητας· «βιάζεται να μάθει πράγματα που δεν μπορεί ακόμα να τα καταλάβει», πάντα υποψιασμένη, ουδέποτε αθώα.

Σε μια πρώιμη, επίμονη, αναζήτηση αυτοπροσδιορισμού, διεκδικεί με σιωπηλό πείσμα το «ανεξάντλητο εγώ» της.

Ομως ποια είναι, άραγε, η αληθινή ιστορία μιας ζωής; Μολονότι τούτο το βιβλίο πασχίζει να βγάλει στο φως ό,τι συνήθως παραμένει στη σκιά, μολονότι η συγγραφέας χρησιμοποιεί μια φαινομενικά αγνοημένη και εφήμερη ύλη για να κατασκευάσει σημασίες, γλιστρώντας στις ρωγμές των συνειρμών, κατακρημνίζοντας ενδεχόμενες εσωτερικές αντιστάσεις, γνωρίζει καλά το μάταιο του αυτοβιογραφικού εγχειρήματος. «Αγγίζοντας αβίαστα τις εμπειρίες και τις μνήμες μου», γράφει στην προμετωπίδα του βιβλίου της, «η φαντασία θα διαπλάσει έναν άγνωστό μου στόχο. Η αλήθεια θα είναι και δεν θα είναι αυτό που ήταν. Το έργο θα είναι σώμα αυτοδημιούργητο, αυτόκλητο παιδί του αγνώστου».

Και όμως… Τούτο το «αυτοδημιούργητο σώμα» μένει αναπόδραστα αγκυρωμένο στις αναπαραστάσεις της μνήμης, τη δίχως νοσταλγία ανάκληση ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια: στα επιβλητικά βακούφια, τα ανηφορικά σοκάκια, τη Στοά των Λουλουδιών στο Μπαλούκ Παζάρι, το Ζάππειο, την εκκλησία της Αγίας Τριάδας, τις ταράτσες και τους κήπους, τους βαρυφορτωμένους με «αντικείμενα περίπου περιττά» εσωτερικούς χώρους, τους ερεβώδεις διαδρόμους και τις σκάλες υπηρεσίας, αλλά και την ουτοπία της καλοκαιρινής Πριγκήπου, τις άχρονες φωτεινές της μέρες.

Στους ανθρώπους – γονείς, θείες, παππούδες και γιαγιάδες, έναν μικρότερο αδελφό, τον θυρωρό Χασάν Εφέντη, την υπηρέτρια Βασιλίκα, τις εναλλασσόμενες νταντάδες, μια-δυο συμμαθήτριες, λίγους δασκάλους. Και κυρίως σε εκείνο τον ακατάβλητο πόθο που διαπερνά κάθε σελίδα, απτός, σχεδόν υλικός: πόθο για τη ζωή, «που παιζόταν αλλού». Εναν πόθο που «παίχτηκε» στο πεδίο της λογοτεχνίας και δικαιώθηκε.