ΒΙΒΛΙΟ

Το βερολινέζικο ημερολόγιο του Μαξ Φρις

Το βερολινέζικο ημερολόγιο του Μαξ Φρις

ΜAX FRISCH
Aus dem Berliner Journal
επιμ.: Th. Strässle, M. Unser εκδ. Suhrkamp, Βερολίνο 2014, σελ. 236

Το έργο και η βιογραφία του Μαξ Ρούντολφ Φρις (1911-1991) αποτελεί μία ιδιόμορφη νησίδα στον λογοτεχνικό άτλαντα της Ευρώπης: είναι ίσως η μοναδική περίπτωση συγγραφέα, που ξεκινάει από τις «τέχνες» (αρχιτεκτονική) για να καταλήξει στην «ποιητική» (λογοτεχνία), καθώς ο homo faber (που θα επικαθορίσει ως τίτλος μυθιστορήματος την εξέλιξη και τη θέση του συγγραφέα στον λογοτεχνικό κανόνα) μετατρέπεται σταδιακά σε homo sapiens intellectus, εγκαταλείποντας τα αρχιτεκτονικά σχέδια και τις (προπολεμικές κυρίως) δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις για τη Neue Zürcher Zeitung.

Ταυτόχρονα, ο Φρις είναι ο μόνος Ελβετός συγγραφέας που, εν ζωή, θα καταφέρει να δραπετεύσει από μία περίκλειστη «δύσκολη πατρίδα», διατηρώντας πάντως έναν υπόρρητο καλβινισμό, ως στάση ζωής και συγγραφική ηθική (ακόμα κι όταν την θυσιάζει στα κελεύσματα της ανήσυχης καρδιάς), μετατρεπόμενος σε έναν «πολίτη του κόσμου»: πρωτίστως των μητροπόλεων (Ρώμη, Νέα Υόρκη, Βερολίνο), των συγγραφέων (Μπρεχτ, Γκρας, Γιόνζον) και των γυναικών, στα μυθιστορήματα και τη ζωή του.

Επιπλέον, είναι εκείνος ο Ευρωπαίος συγγραφέας της νεωτερικότητας, που εξαρχής θα αναδείξει προγραμματικά, στην παράδοση του Κάφκα, της Γουλφ και του Μπρεχτ, το ημερολόγιο (Tagebuch και Journal) σε αυτόνομο λογοτεχνικό είδος, προσδίδοντας επανειλημμένα στην «ημερολογιακή καταγραφή» («Φύλλα από το σακίδιο», 1939, «Ημερολόγιο με τη Μάριον», 1947, «Ημερολόγια 1946-1949», «Ημερολόγια 1966-1971», «Σχέδια για ένα τρίτο ημερολόγιο», 2011) το λογοτεχνικό «αντιστάθμισμα» της συγγραφής, στη μορφή της «καθ’ αυτής αποσπασματικής πρόζας, ως αφετηρία και προϋπόθεση για μία σπουδή πάνω στη συνείδηση» (Ρ. Κίζερ).

Αυτή η ενδοσκόπηση, μεταξύ αυτοδέσμευσης και απελευθέρωσης, ακροβατεί ανάμεσα στην εσωστρέφεια και το υπόρρητο, στο δημόσιο και το ιδιωτικό, ακόμα κι αν ενίοτε παγιδεύεται στην ομφαλοσκόπηση ή στο τετριμμένο, διατηρεί αναλλοίωτο τον εξομολογητικό της χαρακτήρα και, ταυτόχρονα, εμπλουτίζει, συστηματικά και προοπτικά, τον αφηγηματικό κόσμο του συγγραφέα, στη διαρκή ανίχνευση της ταυτότητας, μέσα από την εναλλαγή των ρόλων και τη σύγκρουση των φύλων, καθώς αποτελεί συστατικό στοιχείο στο πλούσιο έργο του: το θεμελιώνει, το διευρύνει και, ταυτόχρονα, τού προσδίδει λογοτεχνική υπεραξία, ως άσκηση ύφους και μνήμης, τόσο στη μυθοπλαστική όσο και τη βιωματική, άρα και υπαρξιακή του διάσταση.

Τρία χρόνια μετά τα «Σχέδια για ένα τρίτο Ημερολόγιο» («Καθημερινή», 26.3.2011 και 3.9.2009), η έκδοση του «Ημερολογίου Βερολίνου» αποκαλύπτει σημαντικές πτυχές (όσες τουλάχιστον επιτρέπει η εκδοτική επιμέλεια, που ακολουθεί κατά βήμα τις δεσμεύσεις του συγγραφέα και του φερώνυμου ιδρύματος που διαχειρίζεται το σύνολο του αρχείου του) στην ύστερη περίοδο της προσωπικής και συγγραφικής ζωής του Φρις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον

Οι πρώτες καταγραφές ακολουθούν το άγχος της μετεγκατάστασης και μοιάζουν αρχικά με ταξιδιωτικές εντυπώσεις ενός ζεύγους, που επισκέπτεται κάποιους φίλους (το ζεύγος Γκρας και το ζεύγος Γιόνζον, τον Χανς Μάγνους Εντσενσμπέργκερ), οι οποίοι φροντίζουν ταυτόχρονα για τα χρειώδη («Η Αννα Γκρας μας δανείζει δύο κρεβάτια», «Ενα γραφείο, που παρήγγειλε ο Ούβε Γιόνζον, έφτασε στο σπίτι»). Αν και κοσμοπολίτης ο Φρις, ξέρει πως κάθε μετακίνηση είναι μια, έστω πρόσκαιρη (αυτο)εξορία, και το Βερολίνο («Αίσθηση σαν σε κενό αέρος…, περπατώντας έχεις παντού την εντύπωση πως Βερολίνο δεν υπάρχει…, πόλη χωρίς καμία αξιοσημείωτη εφημερίδα»), διχοτομημένο και διαιρεμένο, όπως το γερμανικό έθνος, είναι ο υποδειγματικός τόπος για τον εξίσου μετέωρο και διχασμένο συναισθηματικά και πνευματικά Φρις, που εκτός από την απεξάρτηση από το αλκοόλ, έρχεται αντιμέτωπος με τον φόβο μπροστά στο γήρας, κινούμενος ανάμεσα στην ανία και τη φθορά («Η επίγνωση ότι έχω ακόμα τρία-τέσσερα χρόνια μπροστά μου»).

Το «Ημερολόγιο Βερολίνου» φαίνεται να δέχεται επιρροές από το «Ημερολόγιο εργασίας» του Μπρεχτ, και ως εκ τούτου δεν εμφανίζει την ίδια πυκνότητα και ένταση του προηγούμενου ημερολογίου, εξάλλου διαφέρουν οι χρονικές περίοδοι, καθώς και η ψυχολογική-συναισθηματική κατάσταση του συγγραφέα. Η ανάγνωση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, τόσο για μια σειρά Γερμανών (Δυτικών και Ανατολικών) συγγραφέων, με τους οποίους συναναστρέφεται το ζεύγος Φρις όσο και για τις παρατηρήσεις του Φρις για το Βερολίνο («Να περιγράψω τη Ζυρίχη σαν διχοτομημένη πόλη»), την Ανατολική Γερμανία, τους εκδοτικούς οίκους και τους διανοούμενούς τους, μεταξύ των οποίων η «καθεστωτική» Κρίστα Βολφ και οι «διαφωνούντες» Βολφ Μπίρμαν και Γκίντερ Κούνερτ. Από όλες τις συναναστροφές, ξεχωρίζει εκείνη με τον Ούβε Γιόνζον, που τους συνδέει από το 1962 στενή φιλία (η δεύτερη σημαντική, μετά τον Φρ. Ντίρενματ), αλληλοεκτίμηση, συγγραφική συνεργασία και μία ογκώδης αλληλογραφία. Στον Γκρας εκτιμά την ετοιμότητά του να βοηθήσει σε κάθε πρακτικό ζήτημα, καθώς και τη φιλοξενία του, διατηρεί όμως τις ενστάσεις για την ανεπιφύλακτη στράτευσή του και την έντονη πολιτικοποίησή του.

Από το «Ημερολόγιο» λείπουν αρκετές καταγραφές που αφορούν κυρίως τη διαταραγμένη συζυγική σχέση. Το «Ημερολόγιο Βερολίνου» αποτυπώνει ακόμα μια φορά την αγωνία και τον αγώνα του συγγραφέα, μπροστά στη δημιουργικότητα, που αρχίζει να εξασθενεί σταδιακά μαζί με το σώμα, και με την ανασφάλεια του «μέτοικου», που κρύβεται πίσω από κοινωνικές συμβάσεις και καταναγκασμούς, σε μία αέναη πάλη ανάμεσα στις ηθικές επιταγές και τη συγγραφική δημιουργία.