ΒΙΒΛΙΟ

Η επιμονή της μνήμης

Η επιμονή της μνήμης

Ο​​ι αλήθειες, ακόμα κι αν είναι δυσάρεστες, πρέπει κάποτε να λέγονται. Τουλάχιστον, αυτό ισχυρίζεται ο κύριος Γκρι, ο οποίος, συνεχίζοντας συλλογισμούς της προηγούμενης εβδομάδας περί μνήμης (είχε μάλιστα δηλώσει ότι θα μου συζητούσε ένα εξαιρετικό σχετικό βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κάτοπτρο: «Μνήμη. Από τον νου στα μόρια» των Larry Squire και Eric Kandel), μου εξομολογήθηκε κάτι που του είχε συμβεί στα είκοσι τέσσερά του: τα τελευταία χρόνια της ζωής της, η μητέρα του, εξαρτημένη από ψυχοφάρμακα κι έρμαιο της κατάθλιψης καθώς ήταν, σηκώθηκε από το κρεβάτι της και του ανακοίνωσε ότι «θα κατέβαινε στον πρώτο όροφο, να δει τον παππού», τον πατέρα της δηλαδή, στο διαμέρισμά του. Ο οποίος όμως ήταν νεκρός εδώ και οκτώ χρόνια. Σοκαρισμένος, ο κύριος Γκρι της υπενθύμισε την αυτονόητη πλέον αλήθεια, πλην όμως η μητέρα του ήταν σαν να την άκουγε για πρώτη φορά: κάποιος της ανακοίνωνε ότι ο πατέρας της μόλις πέθανε. Ακόμα χειρότερα: ότι εδώ και οκτώ χρόνια ο πατέρας της ήταν νεκρός κι όμως εκείνη, η κόρη του, το είχε λησμονήσει.

«Η αντίδρασή της ήταν ακριβώς αυτή μιας κόρης που θρηνεί έναν πατέρα που μόλις ξεψύχησε», μου περιέγραψε ο κύριος Γκρι. Κάποτε η γυναίκα συνήλθε και ηρέμησε, ύστερα όμως από πολύ οδυρμό. «Ηταν σχεδόν κωμικό», συνέχισε ο κύριος Γκρι. «Η μάνα μου βρισκόταν στον αντίποδα εκείνου του πίνακα του Νταλί, “Η επιμονή της μνήμης”, με τα ρολόγια που λιώνουν. Η ουσία είναι ότι υπέφερε. Δεν ήταν μονάχα η είδηση του θανάτου του πατέρα της καθεαυτή, αλλά και οι ενοχές: τι σόι κόρη ήταν που είχε διαγράψει από τη μνήμη της ότι ο πατέρας της είχε πεθάνει ― και μάλιστα εδώ και οκτώ χρόνια; Κι έπειτα, δεν μου το είπε, αλλά το ψυχανεμίστηκα κοιτώντας την: θα την ξεχνούσα κάποτε έτσι και εγώ; Θα διέγραφα από τη μνήμη μου τον θάνατό της, την απώλειά της ― δηλαδή την κάποτε παρουσία της;».

Το ότι, λίγη ώρα αργότερα, η γυναίκα συνήλθε μάλλον έδειχνε ότι είτε τα χάπια είτε η ίδια η μελαγχολία (ή και τα δύο αυτά μαζί) είχαν προκαλέσει το πρόβλημα. Ομως το ερώτημα παρέμενε: τι σόι παιχνίδια μπορεί να μας παίζει η μνήμη;

Στο σημείο αυτό, ο κύριος Γκρι κατέφυγε στο βιβλίο περί μνήμης των εκδόσεων Κάτοπτρο, διαβάζοντας δυνατά: «Καθώς αποκτούμε νέες πληροφορίες και τις αποθηκεύουμε στη μνήμη, πιστεύεται ότι στον εγκέφαλό μας δημιουργούνται σοβαρές επιπτώσεις. Επειδή όλοι μας μεγαλώνουμε σε κάπως διαφορετικά περιβάλλοντα και έχουμε λίγο διαφορετικές εμπειρίες, η αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας τροποποιείται με μοναδικούς τρόπους. Ακόμη και τα μονοζυγωτικά δίδυμα, που φέρουν ταυτόσημα γονίδια, δεν θα έχουν τον ίδιο εγκέφαλο, διότι είναι βέβαιο ότι στη ζωή τους θα έχουν διαφορετικές εμπειρίες. […] Το βασικό σχέδιο του ανθρώπινου εγκεφάλου… παραμένει το ίδιο σε όλα τα άτομα του είδους. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου, όμως, θα διαφέρουν από άτομο σε άτομο. […] Επιπλέον, τόσο το πρότυπο όσο και η ισχύς των συναπτικών συνδέσεων θα τροποποιηθούν περαιτέρω σύμφωνα με τις συγκεκριμένες εμπειρίες που είχε ο καθένας μας».

Ο κύριος Γκρι έκλεισε το βιβλίο και με κοίταξε. «Πώς ήταν τροποποιημένη η αρχιτεκτονική του εγκεφάλου της μητέρας μου εκείνο το απόγευμα, εκείνη την εποχή;», αναρωτήθηκε. «Πώς τροποποιείται ο εγκέφαλος ενός ανθρώπου που παύει να θυμάται, προσωρινά ή και μόνιμα; Θα ήθελα να ξέρω τι σχήμα, τι μορφή έχουν αυτές οι αλλοιώσεις».

Ο κύριος Γκρι δεν την ξέχασε τη μητέρα του. Κάποτε η θύμησή της τον πονάει. Αλλά είναι αυτοί οι μικροί ή μεγάλοι πόνοι που ξέρει ότι τον κρατούν ζωντανό. Που κάνουν τον άνθρωπο άνθρωπο. Κι ακόμα, το ότι δεν θυμάται μόνον τη ζωή του αλλά και πολλά από τα όνειρα που βλέπει τις νύχτες. Υποθέτω πως αυτή θα ήταν η απάντηση του κυρίου Γκρι στο βασανιστικό ερώτημα που θέτει ένας άστεγος μυθιστορηματικός ήρωας του συγγραφέα Μισέλ Φάις, ο οποίος κραυγάζει: «Πέστε μου, τι το ανθρώπινο έχει ο άνθρωπος;».

Η μουσική της ημέρας: Το «Memory of a dream» που το τρίο του Bernard Peiffer ηχογράφησε στο Παρίσι το 1954.