ΒΙΒΛΙΟ

Περί αυτοψίας

Περί αυτοψίας

Δ​​ημοσιευμένη στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Θάλεια, το 1785, η «Επιστολή ενός Δανού ταξιδιώτη», του Φρειδερίκου Σίλερ, αναφέρεται σε μια συλλογή έργων ελληνικής και ιταλικής γλυπτικής που ο συγγραφέας επανειλημμένα επισκέφτηκε κατά τη διετή παραμονή του στο Μανχάιμ. Στις πρώτες αυτές τεχνοκριτικές παρατηρήσεις ο νεαρός Σίλερ –ακολουθώντας τη γραμμή του Λέσινγκ– υπερασπίζεται τα γύψινα αντίγραφα του Μανχάιμ έναντι των μαρμάρινων πρωτοτύπων της Ιταλίας. H τοποθέτησή τους στον χώρο, η εύκολη μετακίνηση στα όρια της σάλας και ο προσεγμένος φωτισμός ευνοούν τον φιλομαθή ερευνητή που θα προστρέξει για να τα μελετήσει εκεί. Η αυτοψία, η αύρα του αυθεντικού (ας θυμηθούμε τον Μπένγιαμιν) και η σωματική παρουσία ενώπιον του έργου όχι μόνο δεν αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις κατανόησής του, αλλά ενδεχομένως να ευθύνονται και για την πλημμελή του μελέτη. Για παράδειγμα ο Λαοκόων: η γύψινη εκδοχή του συμπλέγματος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το μαρμάρινο πρωτότυπο, υποστηρίζει έμμεσα ο Γερμανός, καθιστώντας ένα ταξίδι στη Ρώμη άνευ ουσιαστικής σημασίας.

Στον αντίποδα του «συναισθηματικού» Σίλερ, ο «αφελής» Γκαίτε, αν και επισκέπτεται ήδη ως εικοσάχρονος τη συλλογή του Μανχάιμ, αποφασίζει –ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση της σιλερικής «Επιστολής»– να τολμήσει το ταξίδι στον Νότο. Δεν θέλει μόνο να ξεφύγει από τον επαρχιωτισμό της Βαϊμάρης και τα δημοσιοϋπαλληλικά του καθήκοντα αλλά κυρίως να γνωρίσει από κοντά τον κόσμο της τέχνης.

Είναι προφανές πως οι δύο Γερμανοί κλασικοί ακολούθησαν διαφορετικές διαδρομές για να φτάσουν σ’ έναν κοινό προορισμό συγκλίνοντας στα όρια της Βαϊμάρης: ο ένας μελέτησε την αρχαία τέχνη από σχετική απόσταση και ο άλλος την προσέγγισε όσο πιο σωματικά του ήταν δυνατό εκείνη την εποχή, ψαύοντας –ως αδιάψευστος και αυτόπτης μάρτυρας– τα μάρμαρα στο Βατικανό και στη Ρώμη.

Με ποιους όρους γράφουμε, αλήθεια, σήμερα λογοτεχνία ή κριτική και υπό ποιες συγκεκριμένες προϋποθέσεις; Πόσο σημαντικός παραμένει ο ρόλος της αυτοψίας και του βιώματος την εποχή της τεχνολογίας και με τι τρόπο θα έπρεπε να ερευνήσουμε πριν σταθούμε μπροστά στα πλήκτρα του υπολογιστή; Δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν την περασμένη χρονιά έθεσαν εκ νέου μια σειρά παλιά ερωτήματα ξαναθυμίζοντας τις διαφορετικές μεθόδους των δύο της Βαϊμάρης.

«Για τη συγγραφή αυτού του μυθιστορήματος βασίστηκα στις ακόλουθες πηγές, που όλες τους συνιστώ να τις διαβάσουν όσοι ενδιαφέρονται για την Τσετσενία και τη σύγχρονη Ρωσία», γράφει ο νεαρός Αμερικανός Αντονι Μάρα στον επίλογο του πρώτου βιβλίου του «Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων» παραθέτοντας, όπως θα έκανε σε μια επιστημονική εργασία, όλες του τις πηγές: απομνημονεύματα, ιστορικές μελέτες, τσετσενικά οδοιπορικά, Βίβλο, Κοράνι, ιατρικά εγχειρίδια. Η μικρή, μα ουσιώδης λεπτομέρεια, είναι πως ο συγγραφέας επισκέφτηκε πρώτη φορά τους τόπους όπου διαδραματίζεται το βιβλίο μόνο αφού είχε παραδώσει το τελικό χειρόγραφο στον εκδότη.

«Παρατηρούσα και διάβαζα οτιδήποτε είχε σχέση με την Αργεντινή, αλλά το σημαντικότερο ήταν οι άνθρωποι που συνάντησα εκεί», λέει, σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, για το δικό του μυθιστόρημα ο Γάλλος Κάριλ Φερέι. Το «Μαπούτσε», ένα άγριο νουάρ για την ομώνυμη ινδιάνικη φυλή, δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί χωρίς την παρουσία και την πολύχρονη έρευνα του συγγραφέα στον τόπο του εγκλήματος. Ο Φερέι αναφέρεται πρώτα και κύρια στις προφορικές μαρτυρίες, στις συνεντεύξεις, στις ομολογίες που κατέγραψε, χωρίς να ξεχνάει, ωστόσο, σε καμία περίπτωση, τη δύναμη της μυθοπλασίας.

Εμπειρία ή έρευνα, λοιπόν; Απόσταση ή αυτοψία; Το δίλημμα μοιάζει να είναι πλαστό. Το επιτυχημένο παράδειγμα των Φερέι και Μάρα συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι τα έργα τέχνης δικαιώνονται εν τέλει μόνο εκ του αποτελέσματος ανεξάρτητα από τη μέθοδο που επέλεξε να ακολουθήσει ο δημιουργός τους.

* Ο κ. Χρήστος Αστερίου είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Ισλα Μπόα» (εκδ. Πόλις).