ΒΙΒΛΙΟ

Αβάσταχτες ελαφρότητες

Αβάσταχτες ελαφρότητες

Θ​​υμάμαι  έναν εκατοντάχρονο παππού από την Κρήτη που είχε ξεχάσει ποιον είδε την προηγουμένη, η μνήμη του όμως ήταν καθαρή κρύσταλλο όσον αφορά τη νιότη του. Στρατιώτης το 1922 στη Θράκη, θυμόταν με λεπτομέρειες το αρχηγείο του λόχου του, θυμόταν κι έναν Τούρκο άτακτο που σκότωσε σε ανταλλαγή πυρών. «Ως εκ τούτου είμαι φονεύς», είχε πει με συγκίνηση. «Τι ψυχή θα παραδώσω τώρα στον Κύριο;». Μετά από λίγο, το μυαλό του χάθηκε πάλι. Γύρισε, με κοίταξε εξεταστικά και με ρώτησε: «Εσύ πότε γύρισες από τη Μικρά Ασία»; Πέθανε γαλήνια, μέσα στην αγάπη της οικογένειάς του λίγα χρόνια αργότερα.

Με εντυπωσιάζουν αυτά τα, μάλλον κοινότοπα, τερτίπια της μνήμης. Επηρεασμένος από τις συζητήσεις μας με τον κύριο Γκρι, ο οποίος επανέρχεται διαρκώς στο ζήτημα της μνήμης, ανέτρεξα σε παλαιά μου διαβάσματα. «…φτάνω στα αχανή ανάκτορα της μνήμης», αντιγράφω από τις «Εξομολογήσεις» του Αγίου Αυγουστίνου, στην εκπληκτική μετάφραση της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου (Πατάκης, 1997).

«Στα αχανή δώματα της μνήμης μου. Ναι, εκεί μέσα είναι δικά μου ο ουρανός και η γη και η θάλασσα, και μαζί τους και ό,τι μπόρεσα να δοκιμάσω με τις αισθήσεις μου. […] Η μνήμη είναι ένα άδυτο απέραντο, αχανές, που κανείς δεν έφτασε ποτέ στα βάθη του. Και αυτή η υπέροχη ιδιότητα ανήκει στο πνεύμα μου, ανήκει στη φύση μου, αλλά και πάλι δεν μπορώ να καταλάβω ολότελα ποιος είμαι. Είναι, λοιπόν, τόσο στενός ο νους, που να μην χωράει τον εαυτό του; […] Οι άνθρωποι θαυμάζουν τις κορυφές των βουνών, τα πελώρια κύματα της θάλασσας, τα πλατιά ποτάμια, τις ακτές των ωκεανών, τις περιφορές των ουράνιων σωμάτων, αλλά δεν μένουν εκστατικοί μπροστά στο θαύμα που συμβαίνει μέσα στους ίδιους, δεν απορούν πώς εγώ τα ονόμασα όλα αυτά, χωρίς να τα έχω μπροστά μου».

«Κι αν όλ’ αυτά, τα βουνά, τα πελώρια κύματα, οι ωκεανοί και τα ουράνια σώματα, πέσουν και σε πλακώσουν; Αν σε καταπνίξουν – όχι τα ίδια, καθεαυτά, αλλά η μνήμη τους; Τι φορτίο, Θεέ μου». Ο κύριος Γκρι ενίοτε λειτουργεί (και) σαν προβοκάτορας. Ή απλώς σε γειώνει. «Μήπως είναι τυχαίο που ο Αυγουστίνος περιλαμβάνει στις “Εξομολογήσεις” του ένα κεφάλαιο για τη σχέση μνήμης και ευτυχίας;». Ρωτάει. «Και κάπου μέσα στη μνήμη προσπαθεί να εντοπίσει τον Θεό μα πιο εύκολα εντοπίζει τους πειρασμούς, ή όχι; Διάβασε τι λέει μερικές σελίδες παρακάτω: “Στα μάτια μου έχω γίνει εγώ ο ίδιος ένα πρόβλημα για τον εαυτό μου, και αυτή είναι η αρρώστιά μου”. Γι’ αυτό τον αγαπάμε: διότι είναι σύγχρονός μας. Μέσα στο “εκστατικό θαύμα” της μνήμης και του μύχιου εαυτού παραδέχεται πως μπορεί κανείς να βυθιστεί κάτω από μικρόβια και βακτηρίδια – που τα γεννήσαμε εμείς οι ίδιοι. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο, ε; Ή μήπως το ένα δεν μπορεί χωρίς το άλλο»;

Ο κύριος Γκρι αγαπά τον Ιερό Αυγουστίνο όχι μόνο για τη σοφία μα και για την ποίηση του λόγου του. Για το πώς έσκυψε πάνω από τα ίδια του τα κουσούρια. Για το πώς μίλησε περί χρόνου – «σαν σύγχρονος κοσμολόγος. Σαν τον σύγχρονο άνθρωπο της ατομικότητας, που κουβαλάει πια τον χρόνο πάνω του, μέσα του, στον καρπό του χεριού του, στην οθόνη του κινητού τηλεφώνου του (αλλά γι’ αυτό θα σου πω μερικές σκέψεις μου άλλη φορά). Και, παρά την αυστηρότητα και την ευσέβειά του, τις μετάνοιες και τις ενοχές, ίσως ο Αυγουστίνος να γνώριζε τη σημασία της ελαφρότητας – στις κατάλληλες δόσεις της. Οταν έλεγα πριν από μερικούς μήνες ότι είμαι όλα όσα έχω ξεχάσει, προσπαθούσα και λίγο να κρυφτώ από τη μνήμη. Να την ξαλαφρώσω. Σηκώνοντας παντού και πάντοτε το φορτίο της. Κάτι ξέρει ο Ελληνοαμερικανός διαφημιστής Τζορτζ Λόις που παραθέτει τον Λίνκολν, αμέσως μετά τον θάνατο του γιου του: “Αν δεν είχα ασχοληθεί με την ελαφρότητα, η καρδιά μου θα έσπαγε”».

«Διάλεξε τώρα μια μουσική», του είπα. Διάλεξε. Κάτι τρυφερό, παρηγορητικό: «No stars again shall hurt you from above/ But all your days shall pass in peace and love». «Αστρο κανένα ποτέ ξανά δεν θα σε βλάψει/ Ολες σου οι μέρες είθε να περάσουν μέσα σε γαλήνη και αγάπη». Από την «Τρικυμία» που ο Αγγλος Χένρι Πέρσελ συνέθεσε τον 17ο αιώνα.