ΒΙΒΛΙΟ

Η κοινωνία, σαν μια γροθιά

Η κοινωνία, σαν μια γροθιά

Ο ​​κύριος Γκρι μου έστειλε ένα κείμενο. «Δεν είναι δικό μου», έγραφε πάνω πάνω. «Νομίζω, καλό θα ήταν να το διαβάζουμε συνέχεια. Αύριο και την άλλη Κυριακή, τις μέρες των εκλογών. Και μετά από αυτές»:

«Τα θύματα της βίας είναι μαύρα, είναι λευκά, είναι πλούσια και φτωχά, νέα και ηλικιωμένα, διάσημα και ανώνυμα. Πάνω απ’ όλα, είναι ανθρώπινα πλάσματα, τα οποία άλλα ανθρώπινα πλάσματα αγάπησαν και χρειάζονταν κοντά τους. Κατάφερε ποτέ κάτι η βία; Ποτέ μια σφαίρα δεν σταμάτησε τον αγώνα ενός μάρτυρα. Οποτε προσβάλλουμε την ίδια την υφή της ζωής, που με τόσο πόνο και κόπο ένας άνθρωπος έχει δημιουργήσει για τον εαυτό του και τα παιδιά του, τότε ολόκληρο το έθνος καταβαραθρώνεται.

»Παρ’ όλα αυτά, φαίνεται πως επιδεικνύουμε ανοχή σε ένα αυξανόμενο κύμα βίας το οποίο περιφρονεί και απαξιώνει τόσο τις κοινές ανθρωπιστικές μας αξίες όσο και το δικαίωμά μας στον πολιτισμό. Αποδεχόμαστε ήρεμα τις ειδήσεις στις εφημερίδες πολιτών που σφαγιάζονται σε μακρινές χώρες. Αποθεώνουμε τον φόνο μέσα από τις κινηματογραφικές και τις τηλεοπτικές μας οθόνες και αυτό το αποκαλούμε ψυχαγωγία. Πολύ συχνά δικαιολογούμε όσους χτίζουν τις ζωές τους πάνω στα κατεστραμμένα όνειρα άλλων. Ωστόσο, ένα πράγμα είναι σαφές: η βία φέρνει βία, η καταπίεση φέρνει αντίδραση και τις ψυχές μας μπορεί να απαλλάξει από αυτή τη νόσο μονάχα ολόκληρη η κοινωνία μας, σαν μια γροθιά.

»Υπάρχει ένας άλλος τύπος βίας, πιο αργός αλλά εξίσου φονικός, καταστροφικός όσο ένας πυροβολισμός ή μια βόμβα μέσα στη νύχτα. Αυτή είναι η θεσμική βία· η αδιαφορία και η παθητικότητα. Είναι η βία που προσβάλλει τους άπορους, που δηλητηριάζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων λόγω του δέρματός τους. Είναι η αργή εξόντωση ενός πεινασμένου παιδιού, σχολείων χωρίς βιβλία και σπιτιών χωρίς θέρμανση.

»Οταν διδάσκεις έναν άνθρωπο να μισεί και να φοβάται τον αδελφό του, όταν τον διδάσκεις ότι ο άλλος είναι λιγότερο άνθρωπος από τον ίδιο, εξαιτίας του δέρματός του ή των ιδεών του ή των πολιτικών που ακολουθεί, όταν διδάσκεις ότι όσοι διαφέρουν από εσένα απειλούν την ελευθερία σου ή τη δουλειά σου ή το σπίτι σου ή την οικογένειά σου, τότε αυτό που μαθαίνεις είναι να αντιμετωπίζεις τους άλλους όχι ως συμπολίτες σου αλλά ως εχθρούς τους οποίους πρέπει να αντιμετωπίζεις όχι μέσα από τη συνεργασία αλλά μέσα από την υποταγή. Ετσι μαθαίνουμε, εν τέλει, να βλέπουμε τους αδελφούς μας σαν ξένους, σαν ανθρώπους με τους οποίους μοιραζόμαστε μια πόλη αλλά όχι μια κοινότητα· ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέουν κοινές επιδιώξεις, αλλά όχι η κοινή προσπάθεια. Μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε μονάχα έναν κοινό φόβο, μαθαίνουμε μονάχα στο κοινό ένστικτο να ζούμε μέσα από τη σύγκρουση και την άσκηση ισχύος.

»Οι ζωές μας πάνω σε αυτό τον πλανήτη είναι πολύ σύντομες και η δουλειά που πρέπει να καταβάλουμε πολύ μεγάλη για να μπορέσει το πνεύμα να ανθήσει στην πατρίδα μας. Φυσικά, δεν μπορεί κάτι τέτοιο να επιτευχθεί απλώς και μόνο μέσα από ένα πρόγραμμα και μετά από μια απόφαση. Ωστόσο, μπορούμε ίσως να θυμόμαστε ότι εκείνοι που ζούνε μαζί μας είναι αδέλφια μας, ότι μοιραζόμαστε όλοι αυτή τη σύντομη στιγμή που είναι οι ζωές μας· ότι όλοι δεν αναζητούμε τίποτα περισσότερο παρά την ευκαιρία να ζήσουμε τις ζωές μας με κάποιο νόημα, με ευτυχία, κατακτώντας αυτή την ικανοποίηση και την πληρότητα, στο μέτρο που μπορεί ο καθένας μας. Σίγουρα, αυτός ο δεσμός της κοινής πίστης, αυτός ο δεσμός του κοινού στόχου, μπορεί, κατ’ αρχήν, κάτι να μας διδάξει. Σίγουρα μπορούμε να μάθουμε, επιτέλους, να κοιτάζουμε τους άλλους δίπλα μας ως συνανθρώπους μας και σίγουρα μπορούμε να αρχίσουμε να δουλεύουμε λίγο σκληρότερα για να δέσουμε τις κοινές μας πληγές και να γίνουμε βαθιά μέσα στις καρδιές μας αδέλφια και συμπατριώτες για μία ακόμη φορά».

Ηταν, σε αποσπάσματα, η ομιλία του Ρόμπερτ Κένεντι, το 1968, μία ημέρα μετά τη δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. «Μουσική υπόκρουση; Μπραμς, 3η Συμφωνία, τρίτο μέρος – Poco Allegretto».