ΒΙΒΛΙΟ

Υπάρχει μια ανοιχτή ντουλάπα στον εφιάλτη μου

Υπάρχει μια ανοιχτή ντουλάπα στον εφιάλτη μου

ΜΕΡΣΕΡ ΜΑΓΕΡ
Υπάρχει ένας εφιάλτης
στην ντουλάπα μου
εκδ. Αγρα, Σειρά «Καλυψώ», 2015

Τι κείμενο μπορεί να γραφτεί άραγε για ένα παιδικό βιβλίο; Κι όταν λέω κείμενο, εννοώ ένα κείμενο που να μην είναι ακριβώς κριτικό, όμως να βρίσκεται στις παρυφές της κριτικής, και σίγουρα να μην είναι ενημερωτικό –τι νόημα έχει μια παρουσίαση βιβλίου στην εποχή του Διαδικτύου;–, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ένα κλασικό εικονογραφημένο βιβλίο που πρωτοκυκλοφόρησε το 1968, και εκδόθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο στα ελληνικά, αλλά που φαίνεται να μην έχει γεράσει καθόλου, αφού τα παιδιά έχουν τις ίδιες ανάγκες εδώ και δεκαετίες, και τα βιβλία τους διατηρούν τις ίδιες μαγικές ιδιότητες: οι σελίδες τους πολλαπλασιάζονται από ανάγνωση σε ανάγνωση, για να θρυμματιστούν την ώρα που προσπαθούν να κοιμηθούν και να ενωθούν ξανά, σαν διεσταλμένες εικόνες, στο μυαλό τους.

Και αν δεν μπορούν να κοιμηθούν; Μα αυτό είναι το θέμα στο «Υπάρχει ένας εφιάλτης στην ντουλάπα μου» του Μέρσερ Μάγερ (γενν. 1943): ένα παιδί που φοβάται το σκοτάδι, που φοβάται τον κρυμμένο εφιάλτη πίσω από τα φύλλα της ντουλάπας του, κι όταν αποφασίζει να τον αντιμετωπίσει, ο εφιάλτης προσωποποιείται σ’ ένα τέρας με βούλες. Εκείνη τη στιγμή, το παιδί καταφέρνει να νικήσει τον φόβο του, επειδή, βασικά, αναγνωρίζει τον φόβο του άλλου, καθώς το τέρας είναι εξίσου φοβισμένο με το αγόρι. Ετσι, το αγόρι λυπάται το τέρας και το κοιμίζει στο κρεβάτι του, πλάι του, μέχρι που ένας νέος εφιάλτης (με ρίγες αυτή τη φορά) εμφανίζεται στο άνοιγμα της ντουλάπας, μόνο που πλέον δεν υπάρχει άλλος χώρος στο μικρό κρεβάτι του.

Η ντουλάπα είναι ένα όριο, ένας μυστικός τόπος και, κυρίως, ένα μέρος για να κρύψει κανείς τους φόβους του, καθώς είναι μια ζώνη που δεν τη γνωρίζουμε και αρνούμαστε να τη δρασκελίσουμε, και αυτό είναι τελικά που μας τρομάζει. Δεν είναι λοιπόν η ντουλάπα που κρύβει τον εφιάλτη, αλλά ο εφιάλτης που κουβαλά μέσα στο στομάχι του μια ντουλάπα, την οποία δεν τολμάμε ν’ ανοίξουμε, γιατί τρέμουμε μήπως χαθούμε στο εσωτερικό της. Επομένως, κοιτώντας τα 20 σχέδια και διαβάζοντας τις 150 λέξεις του Μάγερ, καταλαβαίνουμε πως ενώ ο εφιάλτης (και οι παραλλαγές του) μάς είναι γνώριμος, σχεδόν οικείος, η εντοιχισμένη ντουλάπα πρέπει να παραμείνει κλειστή και άγνωστη, γιατί αν ανοίξει, είναι ικανή να μας ρουφήξει μακριά από την ασφάλεια του δωματίου μας (άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που, μεγαλώνοντας, εξακολουθούμε να μην μπορούμε να κοιμηθούμε με τις ντουλάπες ανοιχτές).

Συνεχίζω να μετρώ τις λέξεις και τα σχέδια του βιβλίου με τα δάχτυλα των χεριών μου και αναρωτιέμαι αν, τελικά, ο «Εφιάλτης» ανήκει σ’ εκείνη τη φουρνιά των παιδικών βιβλίων που δεν έχουν γραφτεί από έναν ενήλικο για ένα παιδί, αλλά από ένα παιδί για έναν ενήλικο (όπως τα βιβλία του Μόρις Σέντακ ή του Τόμι Ούνγκερερ): από ένα παιδί που τρέχει για να μεγαλώσει, ενώ απευθύνεται σ’ έναν ενήλικο που προσπαθεί να μικρύνει ξανά, μήπως και κάπου, σε κάποιο σημείο της διαδρομής, καταφέρουν να συναντηθούν ξανά, και ο εφιάλτης θρυμματιστεί, και οι εικόνες, με τις λέξεις που σέρνουν, πάψουν να έχουν σημασία. Οσο για τις δικές μου 500 λέξεις, αυτές φαντάζουν ήδη περιττές.