ΒΙΒΛΙΟ

Το ήμισυ του βίου μας

Το ήμισυ του βίου μας

ΚΩΣΤΑΣ ΠΕΡΟΥΛΗΣ
Αυτόματα
εκδ. Αντίποδες

Πρώτο έργο του 42χρονου Κώστα Περούλη, η διηγηματογραφική συλλογή «Αυτόματα» μας βομβαρδίζει με έναν καινούργιο ρυθμό, εισάγει στην πεζογραφία νέες θεματικές και φανερώνει έναν αλλιώτικο, άγνωστο μέχρι σήμερα τρόπο. Αν ο Χρήστος Οικονόμου και η προ πενταετίας συλλογή του «Κάτι θα γίνει θα δεις» (Πόλις) αποκάλυπταν ένα είδος βαριάς ηττοπάθειας και ολοσχερούς μοιρολατρίας, ο εκ των συντελεστών του σεναρίου της ταινίας «Miss Violence», Κώστας Περούλης, κομίζει με αξιοθαύμαστη αφηγηματική τεχνική μια νέα στάση ζωής – άλλοτε μαχητική και σφριγηλή και άλλοτε αυτοματοποιημένη και υπερκινητική, πάντως με νεύρο και εντελώς αλλιώτικο ήθος. Οχι, οι ήρωες του Κώστα Περούλη δεν αισθάνονται αναξιοπαθούντες, δεν είναι θύματα, δεν νιώθουν ριγμένοι, δεν σφίγγουν τα δόντια μπροστά στις αντιξοότητες που πέφτουν στα κεφάλια τους, δεν διατείνονται πως τους χρωστούν. Ούτε εξαπατημένοι είναι, ούτε εσωστρεφείς, ούτε δυστυχισμένοι, αλλά βιοπαλαιστές κοινωνικώς ενταγμένοι που θεωρούν αυτονόητο να εργάζονται, να αγωνίζονται συχνά πυρετωδώς. Ετσι, στις σελίδες της συλλογής εισέρχονται οι σπανίως απεικονιζόμενες στην ελληνική λογοτεχνία θεματικές της εργασίας, της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγής. Ως μότο, άλλωστε, στο βιβλίο υπάρχει η έννοια του métier, του επαγγέλματος σύμφωνα με τον ορισμό που του έδωσε η γαλλική Encyclopedie του αστικού Διαφωτισμού του 18ου αιώνα. Métier, λοιπόν, είναι «κάθε επάγγελμα που απαιτεί τη χρήση των χειρών και περιορίζεται σε έναν ορισμένο αριθμό μηχανικών λειτουργιών, που έχουν ως σκοπό το ίδιο έργο, τις οποίες ο εργάτης επαναλαμβάνει αδιάκοπα». «Δεν ξέρω», προσθέτει ο συντάκτης του λήμματος, «γιατί έχουν αποδώσει τόσο κακή έννοια σε αυτή την λέξη», ασκώντας, υποθέτω, κριτική στην αηδία που ένιωθαν οι Γάλλοι αριστοκράτες απέναντι στην εργασία.

Οπως διαφοροποιείται από τη μοιρολατρία, το έργο του Περούλη κρατά εξίσου αποστάσεις και από οποιαδήποτε ηθικολογία γύρω από την αρετή του εργάζεσθαι. Ούτε αρνητικός ούτε θετικός, ο τίτλος «Αυτόματα» θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι, μπαίνοντας εμείς στο πετσί της και εκείνη στο δικό μας, η εργασία γίνεται μέρος του εαυτού – ακόμα και αν οι ρυθμοί της είναι εξοντωτικοί και τα ρίσκα μεγάλα έως τυχοδιωκτικά («Τρύγος» και «Κάπιταλ»), είτε το επάγγελμα είναι καταξιωμένο όπως η ηθοποιία («Βεάκειο»), είτε είναι κοινωνικά στιγματισμένο, όπως η ανδρική πορνεία ή η συμμετοχή στα ΜΑΤ («Στα τέσσερα» και «Στο υπηρεσιακό»), ακόμα και αν πραγματοποιείται μέσα σε υψηλά δικολαβικό περιβάλλον («Αστικά») ή σε κύκλωμα διεφθαρμένης μειοδοτικής φούσκας («Μπετά»). Τμήμα από την αξία τους βρίσκεται στο ότι τα διηγήματα υπενθυμίζουν ότι σε αυτόν τον τόπο κάποιοι εργάζονται ακόμα και αν η παραγωγή τείνει να διαλυθεί («Μουσείο»), ακόμα και αν επικράτησε ένα εξωφρενικό αίσθημα ευζωίας («Στη γέφυρα») και ότι, για καλό ή για κακό, η κάθε εργασία απαιτεί την τεχνική της – γνώσεις, ευστροφία, μεράκι, καπατσοσύνη, αφοσίωση, ταλέντο.

Μπλε ή λευκά κολάρα –εργολάβοι, αγρότες, δικαστές, αστυνομικοί, δικηγόροι, μαθητές, ηθοποιοί, εκδιδόμενοι, ηλεκτροσυγκολλητές, δημόσιοι υπάλληλοι, μηχανικοί ή καπετάνιοι– στο έργο του Περούλη όλοι κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν. Κανένας δεν βαρυγκομάει αλλά ακολουθεί τους νόμους και τα ήθη των συναλλαγών – γιατί ακόμα και η πιο αεριτζίδικη δουλειά, που είναι, καθώς φαίνεται, η ανάθεση δημόσιων έργων, θέλει τον τρόπο της. Με εις βάθος γνώσεις για τα κρυμμένα μυστικά του κάθε επαγγέλματος αλλά και υπόγειο σαρκασμό ή οξύ χιούμορ, ο Κώστας Περούλης φτιάχνει ιστορίες με συναρπαστικό τέμπο και αναπάντεχες τροπές. Τα διηγήματα των «Αυτόματων» είναι πανέξυπνα. Γιατί στ’ αλήθεια η πεζογραφία δεν αντλεί τις υποθέσεις της μέσα από το ανεξάντλητο πεδίο όπου διάγουμε το ήμισυ του βίου μας – μέσα απ’ το περιβάλλον της επαγγελματικής μας εργασίας;