ΒΙΒΛΙΟ

Ιστορία νεότατη

Ιστορία νεότατη

ΣΑΚΗΣ ΣΕΡΕΦΑΣ
Εξω χιονίζει
εκδ. Πόλις

​​Σ. Σερέφας είναι σπουδαίος συγγραφέας. Με ξεχωριστή τόλμη υπερασπίζεται ένα μοναδικό συγγραφικό ύφος. Στα βιβλία του κοιτάζει τον κόσμο με ένα αλλόκοτο, έξαλλο βλέμμα και γράφει για αυτόν σε μια γλώσσα αδιανόητη. Χάρη στη γλωσσική ασυδοσία, που παρωδεί τα όρια των λέξεων την ίδια στιγμή που οι πιο απίθανοι συνδυασμοί τους φανερώνουν απρόσμενες παραδηλώσεις, η Θεσσαλονίκη μεγεθύνεται σε σύμπαν, σ’ ένα «μουρλό σύμπαν». Εκεί μέσα αποθεώνεται η ιλαροτραγωδία της ανθρώπινης ιστορίας, από την οποία ο Σερέφας αποσπά παράφορα γέλια και γοερούς λυγμούς. Η λογοτεχνική του αφοβία τον παρωθεί να εναποθέτει το τραγικό στο φαιδρό και να βυθομετρεί την άβυσσο μέσα από τον παφλασμό στον αφρό. Η παρενδυσία του σοβαρού σε σαχλαμάρα είναι η σημαντικότερη κατάκτηση της γραφής του.

Στο παρόν βιβλίο, ακατάτακτο ειδολογικά, όπως τα περισσότερα έργα του, καθώς μπορεί να χαρακτηριστεί νουβέλα, αλλά θα μπορούσε να είναι και θεατρικό, ενώ καταλήγει σε ποίημα, μας καλεί σε μια πνευματιστική εκδήλωση. Εναν αιώνα μετά την έλευση ξένων στρατιωτών στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι δημοτικές αρχές της πόλης διοργανώνουν έναν επετειακό εορτασμό σ’ ένα κινηματοθέατρο, όπου με την αρωγή ενός μέντιουμ νεκροί στρατιώτες επιστρέφουν από το υπερπέραν και σωματοποιούνται επί σκηνής. Στον Σερέφα οι μυθοπλαστικές συμβάσεις είναι εξαρχής παραβιασμένες. Η αληθοφάνεια δεν είναι παρά ένα πλανερό αφηγηματικό τέχνασμα, το οποίο ο εν λόγω συγγραφέας σπανίως μετέρχεται.

Η Θεσσαλονίκη, ο αριθμός εφτά (τόσα τα μέρη του βιβλίου), η επίγευση της μνήμης στις τροφές, η ξέφρενη γελοιότητα, ο θάνατος και το πένθος, ο «ηγεμών αφηγητής» και η κατάφωρη αναρχία του, όλα συνιστούν προεξάρχοντα χαρακτηριστικά της πεζογραφίας του. Και πάλι στην ιλαρότητα της μυθοπλασίας σοβεί ένα ζήτημα εξόχως δραματικό, όπως είναι πάντα το παρελθόν. Τα εκτοπλάσματα της Ιστορίας, νεότατοι νεκροί, απευθύνουν στους θεατές αυτοβιογραφικά θραύσματα, αμελητέα για τις μεγάλες αφηγήσεις του ιστορικού χρόνου, αλλά συντριπτικά για τις ζωές που συνεχίζουν να ρέουν στον επίγειο χρόνο, μες στο ανήμερο παρόν που ξεχνά τα μνήματα. Οι νεκροί στρατιώτες μιλούν για ήσσονες μάχες, για μάχες αποκλειστικά δικές τους, σε μύχια μέτωπα. Ενας αναμετρήθηκε με τα σκοτάδια μέσα στο αντίσκηνό του, άλλος πολέμησε με το «ανωφελές», το κουνούπι της ελονοσίας. Ενας Βρετανός ξεχωρίζει ως την πιο ηρωική του πράξη το ότι έφαγε βραστή γίδα, ενώ ένας Ρώσος, τρώγοντας μια κονσέρβα κορν μπιφ, φτύνει αγκάθια από κεφαλόπουλο, γιατί θυμάται τη μητέρα του να τον κατευοδώνει για τον πόλεμο, μαγειρεύοντάς του κεφαλόπουλα. Ολοι τους είναι πια στατιστικά στοιχεία του πολέμου, αλλά και στοιχειά ενός εκκρεμούς χρόνου.

Η φωνή των εκτοπλασμάτων «είναι ήχος από καθαρά σπλάχνα, χωρίς κρέας γύρω τους». Είναι ο αχός του παρελθόντος, το οποίο συρίζει αθέατο στα γνώριμα, αμέριμνα τοπία. Ενας στρατιώτης θυμίζει στους θεατές το αίμα που πνίγει τα σπίτια τους, τα λίτρα νερού που χρειάζονται για να ξεπλυθεί τόσος θάνατος, και τους παροτρύνει όταν επιστρέψουν στο σπίτι τους να βυθιστούν μέσα στο ζεστό νερό της μπανιέρας, να θυμηθούν το αίμα που τους μουλιάζει και να βρέξουν τα βλέφαρά τους. Ισως τότε τον δουν ξανά, μέσα από το αίμα που θα έχουν αλείψει στα κλειστά τους μάτια. Ενας άλλος ικέτης της μνήμης ρωτάει έναν θεατή:

«Ρε άνθρωπε, με πρόσεξε ποτέ εμένα κανείς; Με θυμάται σήμερα κανείς σ’ αυτό τον πλανήτη;».

Το βιβλίο κλείνουν δύο έξοχα κομμάτια. Στο ένα ο νεκραναστημένος στρατιώτης ξαναβλέπει την πόλη στις φλόγες και τους αραδιασμένους μπόγους στο λιμάνι να αφηγούνται τις ζωές ενός πολυφυλετικού, σβησμένου πια, κόσμου, καθώς μες στις ανταύγειες της φωτιάς φανερωνόταν η ψυχή των σωριασμένων πραγμάτων. Στο καταληκτικό κεφάλαιο οι θεατές αποχωρούν και ενόσω βγαίνουν έξω που χιονίζει οι λέξεις παραφρονούν, μετεωρίζονται λυτρωμένες από ιστορίες, μπλέκονται σαν νιφάδες μέσα στο στερέωμα του ανθρώπινου χρόνου, λιώνουν η μία μέσα στην άλλη και κυλούν πάνω στη νύχτα της πόλης.