ΒΙΒΛΙΟ

Στις μυλόπετρες της Ιστορίας

Στις μυλόπετρες της Ιστορίας

ΜΑΝΩΛΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ
Εγώ, ο Μανώλης Αξιώτης
εκδ. Μπαλτά

Γενιές που τα χρόνια τους πέρασαν ανάμεσα σε μυλόπετρες, με τις ζείδωρες ανάσες να είναι μικρά διαλείμματα. Κι άντε πάλι. Γενιές των συνεχών πολέμων, της πείνας, του ξεριζωμού. Γενιές γαλβανισμένες σ’ ανηφόρα της μιας ζωής. Ο Μανώλης Αξιώτης ήταν ένας από τους κληρωτούς τέτοιας γενιάς. Οσα έζησε γέμισαν το μυαλό του, γράφτηκαν στο πετσί του και τα μετέφερε στο χαρτί. Γεννημένος το 1894 στο ελληνοχώρι Κιρκιντζές της Εφέσου, στη Μικρά Ασία, άφησε την τελευταία του πνοή στην Κοκκινιά, το 1980. Από τους τυχερούς, θα πουν πολλοί σημερινοί, και γερό κόκαλο.

«… Τα λεγόμενα Τάγματα Εργασίας είχαν οργανωθεί με την εντολή του περιβόητου Λίμαν φον Ζάντερς και ήταν για την εξόντωση των μη Μουσουλμάνων νέων. Είχαν πάρει πάνω από 150.000 νέους … το συσσίτιο ούτε ένας σκύλος θα το έτρωγε. Ρούχα, παπούτσια, σκεπάσματα δεν είχαν δώσει. Γιατροί, φάρμακα δεν υπήρχαν. Οποιος αρρώσταινε πετιόνταν σε ένα τσαντίρι και εκεί χωρίς καμιά φροντίδα πέθαινε σαν σκύλος».

Ο Νιαζίμ εφένδης

Αλλά παντού και πάντα δίπλα από ανθρώπους-διαβόλους βρίσκονται άνθρωποι-άγγελοι. «Επιστρατεύτηκα και πήγα στην Αγκυρα στ’ Αμελέ Ταμπούρια. Κάτεργα ή τάγματα θανάτου μπορούσαν να ονομασθούν. Εκεί βρήκα και άλλους, πολλούς πατριώτες. Ηταν 1.800 Ελληνες και σε δύο μήνες έμειναν 400. Μας θέριζε ο εξανθηματικός τύφος και μόνο χάρη σ’ έναν Τούρκο αρχίατρο, τον Νιαζίμ εφένδη, γλυτώσαμε. Ο πόλεμος και η ανθελληνική προπαγάνδα είχαν αφήσει άθικτο τον υπέροχο αυτόν επιστήμονα και άνθρωπο. Εξόντωσε την ψείρα που μετέδιδε τη φοβερή ασθένεια και έστειλε όσοι μείναμε τρεις έως πέντε μήνες αναρρωτική στα σπίτια μας. Ηταν ο σωτήρας μου, τον ευγνωμονώ».

Ο Αξιώτης πέρασε όλα τα πάθη του μικρασιατικού ελληνισμού, υπέστη τα πάνδεινα ως αιχμάλωτος των Τούρκων (1922-1923) αλλά κατάφερε και πάτησε το πόδι του στην Ελλάδα, πένης και περήφανος. Ο πρόσφυγας έγινε στην αρχή λιμενεργάτης για μια μπουκιά ψωμί, διώξεις επί Μεταξά, αντίσταση στην Κατοχή, εξόριστος μετά την απελευθέρωση. Κι αργότερα από δουλειά σε δουλειά, κυρίως εμπορικού χαρακτήρα, άοκνος κι έντιμος. Μόνο αυτό είχε μάθει. Αλλωστε τι είχε να φοβηθεί πια από τους ανθρώπους; Οι μνήμες πανταχού παρούσες, ανόθευτα λιπάσματα στις ρίζες, κάνουν και τα ανοιχτά μάτια να βλέπουν τους δικούς σου χαμένους, δίπλα τους αναρίθμητοι άλλοι, αθώα θύματα. Αλλά και φίλοι αλλόγλωσσοι, αλλόθρησκοι, που από τη φοβερή τροπή των πραγμάτων στρατεύθηκαν απέναντι, πέσανε κι αυτοί στο ίδιο διαιώνιο χωνευτήρι. Παραδίπλα. Και γι’ αυτούς έρχεται ώρα που λυπάσαι. Είναι αυτός ο Αξιώτης το κεντρικό πρόσωπο στα «Ματωμένα Χώματα», το ιστορικό μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου, πρωτοεκδοθέν 1962. «Στον ουρανό σε γύρευα», του είπε η συγγραφέας, «οι αφηγήσεις που κάνεις σ’ αυτό το τεφτέρι θα γίνουν ένα πολύ καλό βιβλίο».

Δύο βιβλία σε ένα

Κυκλοφόρησε εσχάτως: «Εγώ, ο Μανώλης Αξιώτης» και είναι ο τόμος δύο βιβλίων που γράφτηκαν από τον ίδιο: Το «Μπερδεμένο Κουβάρι» και τα «Ενωμένα Βαλκάνια» με τη σφραγίδα τής από πρώτο χέρι αποτύπωσης γεγονότων.

Πριν από τα χρόνια της σφαγής; «Παπούτσια και κάλτσες δεν είχα φορέσει ώς τα δεκατέσσερά μου χρόνια … Σαν παιδί, έπαιξα με τα Τουρκάκια και διατηρώ αξέχαστες αναμνήσεις. Φιλοξένησα Τούρκους στο σπίτι μου και φιλοξενήθηκα από αυτούς. Απέκτησα φίλους καρδιακούς, μοιραζόμασταν μαζί τις πίκρες και τις χαρές μας»: Χαιρετίσματα στον πατέρα και στα αδέλφια σου-«σελάμ σογλέ». Μα τα χρόνια περνούν σαν το τρεχούμενο νερό φέρνοντας συχνά τις πιο σκληρές ημέρες. Πώς φθάσαμε έως εδώ κι ένα πρωί άρχισε να φωνάζει ο τελάλης; «Μέσα σε τρεις ώρες όλοι οι κάτοικοι των Φωκίων, του Αϊβαλί, Κουσάδασι, Σώκια, και μερικά άλλα χωριά να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους και παίρνοντας ένα μποξά από τα υπάρχοντά τους, να βγουν στο δημόσιο! Οποιος παρακούοντας την διαταγή, παραμείνει πίσω, θα σκοτώνεται χωρίς καμία εξέταση».

Το απόσταγμα κληρωτού άλλης μιας γενιάς που τα χρόνια της συνθλίφτηκαν στις μυλόπετρες της ιστορίας; Ειρήνη και μόρφωση, έτσι ο κόσμος γίνεται καλύτερος.