ΒΙΒΛΙΟ

Οπως ένα γλυκό, παιδικό νανούρισμα

Οπως ένα γλυκό, παιδικό νανούρισμα

Κ​​άθε χρόνο τέτοια ημέρα, καθώς πέφτει η νύχτα, ο κύριος Γκρι ακολουθεί ένα μικρό, ιδιωτικό τελετουργικό: στη μία το πρωί της 5ης Δεκεμβρίου του 1791 ήταν που άφησε την τελευταία του πνοή ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ έπειτα από αδιευκρίνιστη πολύμηνη ασθένεια. Ηταν μόλις 35 ετών και στο νεκροκρέβατό του, τη μαρτυρική νύχτα της 4ης προς 5ης Δεκεμβρίου, συνέθετε το κύκνειο άσμα του: το σπαρακτικό «Ρέκβιεμ».

«Είναι μια προσωπική εμμονή», εξομολογείται με μια συστολή ο κύριος Γκρι, «ένα δικό μου, προσωπικό μνημόσυνο σε έναν άγνωστο που ούτε το πρόσωπό του δεν ξέρουμε καλά καλά. Είναι όμως ο δικός μου ήρωας μόνο και μόνο επειδή έγραψε τη μουσική που έγραψε».

Η ιστορία που διέδωσε η χήρα του Μότσαρτ είναι πως ένας άγνωστος ανέθεσε στον ήδη άρρωστο μουσουργό τη σύνθεση μιας νεκρώσιμης ακολουθίας. Ο άγνωστος λέγεται πως ήταν χλωμός και απόκοσμος και ο Μότσαρτ πίστεψε πως ήταν άγγελος από το επέκεινα και ότι το «Ρέκβιεμ» προοριζόταν για τον δικό του θάνατο. Γι’ αυτό και καθυστερούσε να το ολοκληρώσει, μολονότι χρειαζόταν απεγνωσμένα τα χρήματα. Η εκδοχή αυτή που πλάσαρε σαν μύθο η φράου Μότσαρτ έχει πλέον αμφισβητηθεί από βιογράφους και μουσικολόγους: επιστολές του συνθέτη από τους τελευταίους μήνες της ζωής του παρουσιάζουν έναν άνθρωπο γεμάτο μπρίο και δημιουργικό οίστρο.

Το βέβαιο είναι πως ο άγνωστος που παρήγγειλε το «Ρέκβιεμ» ήταν ένας κόμης ονόματι Φραντς φον Βάλσεγκ, χήρος στα 30 του. Δεν παντρεύτηκε ποτέ ξανά, σε ισόβιο πένθος για την πρόωρα χαμένη νεαρή σύζυγό του, λάτρης της μουσικής, καλοπληρωτής μα και… ολίγον κλέφτης: είχε το συνήθειο να «υιοθετεί» ξένες μουσικές συνθέσεις και σε ιδιωτικά κοντσέρτα να τις παρουσιάζει ως δικές του.

Οποιες κι αν ήταν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο Μότσαρτ συνέθεσε το (ημιτελές εξαιτίας του θανάτου του) «Ρέκβιεμ», το έργο στέκει ως ένα τιτάνιο, ανεκτίμητο κειμήλιο του ανθρώπινου πνεύματος. Ο κύριος Γκρι δεν απαξιώνει διόλου τον χαρωπό, γεμάτο χάρη Μότσαρτ της συμφωνίας Concertante ή των κοντσέρτων για φλάουτο, το αντίθετο μάλιστα: σπάνια κάποιος να απέδωσε με τόση βαθύτητα την ανθρώπινη ζωή ως μια αέναη, μεγαλειώδη γιορτή που όμως περικλείει ακόμη και αυτό το πένθος, γι’ αυτό και, όπως λέει, οι υπαρξιακής πνοής σκιές στο μουσικό σύμπαν του Μότσαρτ προκαλούν ισχυρές συναισθηματικές δονήσεις: από το δεύτερο μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο και ορχήστρα υπ’ αριθμ. 9 έως ολόκληρα τα κοντσέρτα για πιάνο υπ’ αριθμ. 20 και 24 ή τη Μεγάλη Λειτουργία σε ντο ελάσσονα μοιάζουν με τον αντίλαλο μιας συνείδησης που δεν βρίσκει ησυχία. «Χώρια που, αν δεν υπήρχαν αυτά τα έργα, ίσως να μην ήταν και ο Μπετόβεν –που ακολούθησε– αυτός που ξέρουμε».

Κάθε τέτοια ημέρα, ο κύριος Γκρι δεν ακούει το «Ρέκβιεμ» αλλά ένα άλλο από τα τελευταία έργα του Μότσαρτ, το Κοντσέρτο για κλαρινέτο και ορχήστρα σε λα μείζονα: μικρός μα μεγαλειώδης ύμνος στη ζωή ή, αλλιώς, άφατο παιδικό νανούρισμα σε μια ζωή που αρχίζει πολλές φορές ακόμη κι όταν όλα δείχνουν πως πάει να σβήσει.