ΒΙΒΛΙΟ

Ρέοντας στη ζωή

Ρέοντας στη ζωή

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ
Ρου
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 130

​​Η Ρου ξεβράζεται από τον ρου της ζωής της στην Αθήνα, όπου μετακινείται ανάμεσα σε ένα ερείπιο στον Αγιο Ελευθέριο και ένα κομμωτήριο στο Κολωνάκι. Στην πρώτη σκηνή τη βλέπουμε να σκουπίζει τρίχες από το πάτωμα. «Μια πάχνη από ανθρώπινα υπολείμματα» την κυκλώνει. Δεν τη δυσκολεύουν οι τρίχες που σκαλώνουν στη σκούπα της, αλλά το κουβάρι που κλώθει στο μυαλό της, πασχίζοντας να καταλάβει την εκδίωξή της από την εφηβεία. Η θάλασσα του νησιού της λυσσομανούσε στις αναμνήσεις της, ενόσω εκείνη αγωνιούσε να δαμάσει την τρικυμία μέσα της. Στην Αθήνα υποβάλλεται σε ταχύρρυθμη ενηλικίωση και μόνο σαν αχνή ανάμνηση φέρνει στον νου της την εποχή που γελούσε, αστεία και γελοία, θέλοντας, θαρρείς, να πετάξει κάτι από πάνω της.

Η Μαριαλένα Σπυροπούλου παρακολουθεί τη μικρή ηρωίδα να μορφοποιείται σελίδα τη σελίδα και το άμορφο και τσαλακωμένο πλάσμα που ήταν να αποκτά στέρεη υπόσταση. Στο σπίτι της στο νησί κυκλοφορούσε σαν σκιά, δεν ήταν παρά ένα θρόισμα μέχρι που έγινε μίασμα. Στην Αθήνα ζούσε σε ένα ημιυπόγειο δωμάτιο, το μοναδικό παράθυρο του οποίου έμοιαζε να βουλιάζει στον δρόμο. Στο κομμωτήριο κρυβόταν πίσω από ένα παραβάν περιμένοντας τις τρίχες να σωριαστούν από τα κεφάλια έτσι ώστε εκείνη να τις σαρώσει με ένα οικτρό αίσθημα νίκης έναντι της βρωμιάς. Τα χνούδια της σκούπας «γλίτσιαζαν και κόλλαγαν πάνω της». Οι ψαλιδισμένες ιστορίες των άλλων μπλέκονταν με τη δική της και σκάλωναν στο σώμα της, στο πρόσωπό της, της έκοβαν την ανάσα. Εμπαιναν κάτω από το δέρμα της, την έσχιζαν σαν σκληρή τρίχα. Μες στο γδαρμένο, τιμωρημένο κρανίο της σφάδαζε ένας λυγμός. «Ενας βόμβος στο βάθος της ύπαρξης».

Εκμεταλλευόμενη επιτήδεια, διόλου όμως επιτηδευμένα, την εμπειρία της ως ψυχοθεραπεύτριας, η Σπυροπούλου οδηγεί τη Ρου στο γραφείο μιας συναδέλφου της, η οποία ανακαλύπτει στο κορίτσι έναν ανέλπιστο θεραπευτή. Υποφέροντας από την απώλεια του γιου της, η ψυχοθεραπεύτρια αισθάνεται πως όσο ακούει τον πόνο της Ρου, το πένθος της γίνεται ιάσιμο. Η «μετά θάνατον ζωή δεν ήταν το φόρτε της», αδημονούσε για τη ζωή που της απέμενε μετά τον θάνατο του γιου της. Αν η Ρου τη σήκωσε από το μνήμα, εκείνη την ανέσυρε από τη μνήμη. Και οι δύο μαζί καταδύθηκαν στον βυθό τους και με εμπιστοσύνη στην άνωση των ψυχών τους ανέβλυσαν στη γαληνεμένη επιφάνεια. Οπως γράφει η Σπυροπούλου, «η επιθυμία είναι η πιο ελκυστική και τρομακτική ιαχή». Μες στην ιαχή αυτή διαλάμπει η απαντοχή της διέγερσης από κάθε προσφορά της ζωής. Στο γραφείο της ηλικιωμένης γυναίκας η Ρου νιώθει τον χρόνο να σταματά με την υπόσχεση να ξαναρχίσει να ρέει στον δικό της ρυθμό. Στην πιο εκστατική της στιγμή η Ρου μεταμορφώνεται σε μουσική.

Ιδιαίτερα όμορφες σκηνές είναι οι εφορμήσεις της Ρου στην αθηναϊκή νύχτα. Δεν είχε τις λέξεις να εξηγήσει την τιμωρία της, αλλά οι στίχοι των τραγουδιών, που βοούσαν στα κλαμπ, έκλαιγαν και ούρλιαζαν για λογαριασμό της. Αφηνε τα τραγούδια να την πυρπολήσουν και αφηνόταν στον παλμό τους χορεύοντας αφηνιασμένη, απούσα από τον χώρο και τον χρόνο. Τα ντεσιμπέλ στο τέρμα και εκείνη χόρευε κάνοντας κάθε βράδυ τη θηλυκότητά της ολοένα και πιο εκκωφαντική. Το κορμί της σπαρταρούσε στη μουσική και η Ρου για πρώτη φορά το συγχωρούσε διαχέοντάς το στη διαπασών.

Εξιστορώντας τη μικρή ιστορία της Ρου, η Σπυροπούλου μιλάει για θέματα μεγάλα και άλυτα, όπως για τη διαρκώς αμφίθυμη σχέση μας με το σώμα και τη δυσεξερεύνητη σεξουαλικότητα. Η μετάβαση στο σώμα συνιστά τη δεσπόζουσα κατάκτηση της ηρωίδας. Διερευνώντας τις αγωνίες και τις φοβίες της, η συγγραφέας στοχάζεται τη διχοστασία του εαυτού. Η Ρου συγκατανεύει τελικά στο είδωλό της από την πίσω πλευρά του καθρέφτη, διαθλώντάς τον στον διανυσμένο χρόνο της ηλικιωμένης γυναίκας. Ο θολός αντικατοπτρισμός της διαυγάζεται από το διαφυγόν μέχρι τότε παραπλήρωμα της εικόνας της.