ΒΙΒΛΙΟ

Εκείνη που βηματίζει πάνω στην ξερή γη

Εκείνη που βηματίζει πάνω στην ξερή γη

Τ​​α Χριστούγεννα τα αγαπάει όλο και περισσότερο καθώς μεγαλώνει ο κύριος Γκρι και, τέτοια εποχή κάθε χρόνο, γεμάτος χαρμόσυνα αισθήματα επιστρέφει στις αγαπημένες του ιστορίες φαντασμάτων. «Το κακό έγινε όταν μικρός είδα στην τηλεόραση μια διασκευή του “A Christmas Carol” του Ντίκενς», δικαιολογείται. «Απ’ όλα τα φαντάσματα που επισκέπτονται τον Σκρουτζ, το πιο γοητευτικό είναι και το πλέον τρομακτικό: το σιωπηρό φάντασμα του μέλλοντος».

Μία από τις αγαπημένες ιστορίες του κυρίου Γκρι –την οποία διάβασε στην Αγγλία στα 19 του και ξαναδιαβάζει με έναν ψυχαναγκασμό κάθε Δεκέμβριο– είναι το αμετάφραστο διήγημα «She Walks on Dry Land» του Βρετανού μετρ του είδους Ronald Chetwynd-Hayes (1919-2001).

Πρώτα απ’ όλα, ο τίτλος: Μια γυναίκα βηματίζει πάνω στην ξερή γη. Ποια όμως; Η ιστορία είναι αυτή: Αγγλος ευγενής του 19ου αιώνα, κουρασμένος από τη ρουτίνα, καβαλάει το άλογό του, συνοδευόμενος από τον υπηρέτη του και καλπάζει στην επαρχία, ώσπου φτάνει σε ένα παραθαλάσσιο χωριό. Στην τοπική παμπ του επιφυλάσσουν εχθρική υποδοχή όταν ζητάει κατάλυμα.

Κατόπιν πιέσεων, του αποκαλύπτουν ότι πριν από χρόνια έδεσε ένα ξένο πλοίο στο μικρό λιμάνι του χωριού. Ενας ναύτης ξελόγιασε μια ντόπια κοπέλα κι έπειτα την εγκατέλειψε όταν το πλοίο σάλπαρε. Απελπισμένη η κοπέλα αυτοκτόνησε στη θάλασσα. Από τότε, κάθε φορά που ξένος άνδρας διανυκτερεύει σε μια καλύβα κοντά στην παραλία, την επομένη βρίσκεται νεκρός με μια αποτρόπαια έκφραση στο πρόσωπό του. Η όψη της νεκρής είναι τόσο τρομακτική που σε σκοτώνει…

Ο γαλαζοαίματος ταξιδιώτης γελάει και απαιτεί να μείνει στην ίδια καλύβα με τον υπηρέτη του, τον οποίο τοποθετεί φρουρό μην τυχόν και του σκαρώσουν καμιά φάρσα οι χωρικοί. Μέσα στη νύχτα τον ξυπνά το ουρλιαχτό του υπηρέτη του τον οποίο βρίσκει να κείτεται στο έδαφος νεκρό, με μια τρομακτική έκφραση στο πρόσωπό του.

«Εδώ είναι το καλύτερο σημείο του διηγήματος», λέει ο κύριος Γκρι ενθουσιασμένος. «Ο ευγενής αντιλαμβάνεται μια παρουσία πίσω του, καταλαβαίνει ότι είναι “αυτή” και αμέσως κλείνει τα μάτια. Τυφλός πλέον νιώθει, μυρίζει, αγγίζει τη φασματική παρουσία που βρωμάει σάπια φύκια και μουχλιασμένη αρμύρα. Ακούει τη βαριά ανάσα της, καταλαβαίνει ότι στέκεται μπροστά του, έχει σχεδόν κολλημένο το πρόσωπό της στο δικό του και όλη αυτή την ώρα δεν έχει παρά μια σφοδρή επιθυμία: να ανοίξει τα μάτια του και να κοιτάξει αυτό που δεν πρέπει να κοιτάξει. Στα τυφλά, παραπατώντας, προσπαθεί να απομακρυνθεί από την ακτή και το πεδίο δράσης του στοιχειού. Σχεδόν μπουσουλάει πανικόβλητος. Επιζεί όμως για να διηγηθεί πώς γλίτωσε από “εκείνη που βηματίζει πάνω στην ξερή γη”…».

Το πιο ωραίο, λέει εκστασιασμένος ο κύριος Γκρι, είναι ότι τόσο ο ήρωας όσο και οι αναγνώστες δεν βλέπουν ποτέ το φάντασμα. Για να επιζήσεις πρέπει να μην κοιτάξεις, να μην ανοίξεις τα μάτια σου.

«Εχεις κι άλλες τέτοιες ιστορίες;» ρώτησα, έχοντας σκιαχτεί κάπως. «Περισσότερα φαντάσματα προσεχώς…», μου απάντησε.