ΒΙΒΛΙΟ

Οταν κάτι σε ακολουθεί

Οταν κάτι σε ακολουθεί

Τ​​ην περασμένη Κυριακή, ο κύριος Γκρι υποσχέθηκε «περισσότερες ιστορίες φαντασμάτων», οπότε τον ρώτησα τι έχει στον νου του. «Μια ιστορία για ένα μοναχικό φάντασμα. Κι ας μην πιστεύουμε στα φαντάσματα. Κι ας μην υπάρχουν. Αν ωστόσο αποδεχθούμε την ύπαρξή τους, χάριν μιας συναρπαστικής αφήγησης, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν και ορφανά φαντάσματα που υποφέρουν από μοναξιά. Αυτά που δεν συνδέονται με έναν τόπο, ένα σπίτι».

Ο τίτλος της ιστορίας: «Αγάπα με, αγάπα με, αγάπα με». Ο συγγραφέας της λέγεται Μ. Σ. Βαντέλ. Την ανακάλυψή του ο κύριος Γκρι οφείλει σε μια ανθολογία διηγημάτων τρόμου που είχε επιμεληθεί ο Γιώργος Μπαλάνος στα μέσα της δεκαετίας του ’80· ένα ταπεινό βιβλίο τσέπης των εκδόσεων Ωρόρα, με έξοχα διηγήματα.

Η ιστορία τώρα: ένας τύπος αντιλαμβάνεται μέσα στη νύχτα ότι κάτι τον ακολουθεί. Η πρώτη φράση του διηγήματος: «Δεν ήμουν μόνος». Δεν βλέπει κανέναν ωστόσο, ώσπου μπαίνει στο σπίτι του. «Κοιτάζω έξω από το παράθυρο… Δεν υπάρχει τίποτα στην εξώπορτα». Η αμέσως επόμενη πρόταση: «Υπάρχει κάτι στην εξώπορτα… (…) Μια ματιά μέσα από τις κουρτίνες και να το, λάμποντας αμυδρά στο φως από το δρόμο. (…) Μοιάζει με γυναίκα… με κορίτσι, όχι γυναίκα. (…) Αχρωμο σαν νερό που έχει πάρει κάποια μορφή, σαν τη βροχή που έχει παγώσει σε σχέδια πάνω στο τζάμι».

Μόνον ο αφηγητής βλέπει τη μορφή. Ο συνεργάτης του, ονόματι Χάρκορτ, τον επισκέπτεται μα δεν βλέπει τίποτα. Οταν αυτός φεύγει, ο αφηγητής προσκαλεί τη μορφή, εκείνη όμως τρομάζει και χάνεται. Νωρίς το επόμενο πρωί βρίσκει στην πάχνη του παραθύρου του κάποιος να έχει γράψει: Αγάπα με, αγάπα με, αγάπα με.

Κάποτε, η μορφή μπαίνει επιτέλους στο σπίτι του. «Για φάντασμα», σχολιάζει ο αφηγητής, «δεν ήταν και πολύ κοινωνική. Μόνο τα μάτια της, απαλά και μελαγχολικά, προσπαθούσαν να πούνε κάτι. Ενα εύθραυστο πλασματάκι». Το οποίο θα του χαμογελάσει, αποφεύγοντας όμως κάθε άγγιγμα. Εκείνος όμως επιμένει. Κι όταν αγγίζονται, κάτι συμβαίνει. «Ενα κύμα παγωνιάς διαπέρασε το μπράτσο μου. Ενα αίσθημα που έτσουζε και μάραινε. (…) Αυτή ήταν η αρχή… η αληθινή αρχή φαντάζομαι».

Οταν ο Χάρκορτ έρχεται να τον ξαναδεί, του λέει πως το τραύμα στο μπράτσο του οφείλεται σε ατύχημα. Επειτα μένει πάλι μόνος μ’ εκείνη. «Με αγγίζει τώρα, με χαϊδεύει. Ξέρω ότι όπου με χαϊδεύει η σάρκα θα μαραθεί και θα ξεφλουδίσει». Ο Χάρκορτ θα τον επισκεφθεί ακόμη μία φορά σπίτι του. Ο αφηγητής είναι πια ξαπλωμένος, βυθισμένος στο σκοτάδι, να μην μπορεί να τον δει κανένας. Και αυτή τη φορά, όταν ο Χάρκορτ φεύγει, συμβαίνει κάτι πρωτοφανές: εκείνη ακολουθεί τώρα τον Χάρκορτ. «Μου χαμογέλασε και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά, γλίστρησε έξω απ’ το δωμάτιο και κατάλαβα ότι έφευγε κι εκείνη».

Τους παρατηρεί από το παράθυρο: «Εκείνος βηματίζει στο δρόμο κι εκείνη γλιστρά πίσω του. Γυρίζει ξαφνικά σαν να νιώθει ότι κάποιος είναι εκεί. Ενα κομμάτι μαραμένης σάρκας πέφτει από το πρόσωπό μου στο χαλί καθώς γυρίζω να βρω ψαχουλευτά το κρεβάτι. Ηταν δική μου… ήταν δική μου».