ΒΙΒΛΙΟ

«Θεέ μου, δώσε μου έναν τάφο»

3--10

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ
Χίλιες ανάσες
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 320

Ο ​​θάνατος αθάνατος στην πεζογραφία της Ιωάννας Καρυστιάνη και πανταχού παρών και στο καινούργιο μυθιστόρημά της. Στην πρώτη σελίδα ανασύρεται από τον βυθό του Αιγαίου ένα «μισοφαγωμένο κουφάρι», ένα «ξεσαρκισμένο κορμί ανθρώπου». Η ηρωίδα αναγνωρίζει στον πνιγμένο τον άντρα της και παραδίδεται ολόψυχα στον γολγοθά του πένθους. Η αδόκητη απώλεια φέρνει στην επιφάνεια έναν άλλο, εξίσου τραγικό θάνατο, που είχε σημαδέψει το νησί του βιβλίου σαράντα χρόνια πριν, το 1975, έτος πολύ πιο ειδυλλιακό τελικά από το 2015. Η τελευταία φράση του βιβλίου αποθεώνει το δραματουργικό εύρημα της σύζευξης των δύο θανάτων.

Στο Λιθάρι, αλλιώς Κουκούτσι, μια πετρούλα στο Αιγαίο Πέλαγος, οι κορυφαίες στιγμές της ανθρωπότητας φτάνουν εξανεμισμένες. Το νησί δεν χωρούσε μεγάλες διαστάσεις. Η ζωή εκεί μοιάζει να εκτυλίσσεται «κοντά στο τίποτα». Ωστόσο, στα μικρά φωλιάζουν τα μεγάλα, γιατί, όπως συλλογίζεται η Καρυστιάνη, ο τόπος όπου αναπνέουμε δεν μπορεί να είναι ασήμαντος, «ο τόπος μας είναι χίλιες ανάσες». Στον γενέθλιο τόπο, «όλα σημαδεμένα». Γύρω από το φέρετρο του πνιγμένου μαζεύεται ένας περίγυρος αποδεκατισμένος από τα ελληνικά δεινά. Η πρόσφατη ειδησεογραφία εποστρακίζεται σε θραύσματα στις μορφές των νησιωτών, οι οποίοι ζουν απομόναχοι στην άκρη του εθνικού κορμού, παραμένοντας ωστόσο δεσμώτες του πανεθνικού οδυρμού. Ο νεκρός αναδαυλίζει το άγος του προσφυγικού, καθώς η γυναίκα αναρωτιέται αν σωστά είχε δει ή είχε θάψει για άντρα της έναν άγνωστο, έναν από όλους εκείνους τους αναρίθμητους πνιγμένους. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα και «στην ακραία περίπτωση αστοχίας», δεν θα ξεσπίτωνε τον νεκρό, «δεν θα τιμωρούσε δυο τρίχες ξεπλυμένες στη θάλασσα». Θα συνέχιζε να γονατίζει πάνω από την «τελευταία κατοικία του όποιου εκείνου». «Το Αιγαίο την είχε καταστρέψει», αποφαίνεται για την ηρωίδα η Καρυστιάνη, η οποία χειρίζεται αριστοτεχνικά, με άριστη αίσθηση του μέτρου και του υπαινιγμού, την εκβολή της συγχρονίας στη διαχρονία της μυθιστορίας.

Η ηρωίδα, όπως προηγουμένως και οι άλλες αγέρωχες χειμαζόμενες γυναίκες της Καρυστιάνη, υπηρετεί «με σώας τας φρένας και με σθένος» τον ρεαλισμό της καθημερινότητας, φυλώντας για τις άγρυπνες νύχτες της την πάλη με στοιχειά και γόρδιους γρίφους. Τη μέρα δουλειά στο συνεργείο αυτοκινήτων, τα βράδια στο κάτεργο της αϋπνίας, όταν κάθε λεπτό «μοιάζει με στοίχημα να αντέξει κανείς ώσπου οι δείχτες να πηδήξουν από τη μια μέρα στην άλλη». Στο φως της μέρας, «στουπιά, μπουλόνια και γρύλοι υπερασπίζονταν κάπως τον ρεαλισμό, αλλά με το που ορμούσε το σκοτάδι, όλα γίνονταν χειροπέδες». Τα μέσα σκοτάδια ξεσπάθωναν εγκλωβίζοντάς την στον κλοιό τους. Διαλυμένη «από τις νυχτερινές υπερωρίες του μυαλού», τις αδιάκοπες, ασύδοτες ανασκαφές και τις σκέψεις που τραύλιζαν στο κεφάλι της, η πενθούσα πάσχιζε να γεμίσει «το κενό του χαμού» και ήλπιζε ο θάνατος να ήταν πιο απλός, «θάνατος μεν, αλλά με λίγο έλεος για τις νύχτες».

Τα μυθιστορήματα της Καρυστιάνη, όπως κάθε σημαντικό λογοτεχνικό έργο, είναι επιτεύγματα της γλώσσας. Η τρομερή γραφή διατρανώνει και εδώ τη δύναμη της επιβολής της. Αν η ηρωίδα παλινδρομεί από τα σιδερικά του συνεργείου στις φασματικές σιδεριές του μυαλού της, η συγγραφέας συνυφαίνει στην αφήγησή της ένα ύφος σκληρό και στιβαρό, ενίοτε επιθετικά μάγκικο, με λυγμικές, γοερές απολήξεις. Η μαεστρική συναίρεση αντιθετικών υφολογικών τρόπων, η διαρκής αντιμετάθεση από τον πραγματισμό στο πλάνταγμα κατακυρώνουν το εξαιρετικό γλωσσικό αισθητήριο. Τον άκρατο ρεαλισμό αναρριπίζει μια γραφή που θέλγεται από τον μελοδραματισμό, αλλά αρνείται πεισματικά να ενδώσει. Ας προστεθεί στον έπαινο η ευπρόσδεκτη ιλαρότητα του αυτοσαρκασμού που υπέβοσκε μέχρι τώρα στις γκραν γκινιόλ μυθοπλασίες της Καρυστιάνη, γεμάτες «θηλιές, ασφόδελους και σκηνικά του Κάτω Κόσμου».