ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Χειραφέτηση στα χρόνια της κρίσης

Χειραφέτηση στα χρόνια της κρίσης

Με αξιοσημείωτη πορεία στα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ (Τορόντο, Βαρσοβία, Θεσσαλονίκη), η πρώτη ταινία του Νίκου Labot, η οποία κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες, συνεχίζει την παράδοση της ελληνικής θεματικής των οικογενειακών ιστοριών, αυτή τη φορά με έμφαση στον χαρακτήρα της γυναίκας-συζύγου. Η (εξαιρετική) Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου υποδύεται την Παναγιώτα, μια σχεδόν αναλφάβητη νοικοκυρά και μητέρα δύο παιδιών, σε μία από τις οικογένειες που τα φέρνουν δύσκολα βόλτα λόγω ανεργίας. Ψάχνοντας για πρώτη φορά στη ζωή της δουλειά, η ίδια θα καταλήξει να εργαστεί ως καθαρίστρια για λογαριασμό μιας ιδιωτικής εταιρείας σε κάποιο πολυκατάστημα. Εκεί θα κάνει νέες φίλες και θα νιώσει για πρώτη φορά την ευχαρίστηση της οικονομικής ανεξαρτησίας, παρά τις συνθήκες εκμετάλλευσης και απαξίωσης που επικρατούν. Ο Νίκος Labot επιχειρεί να εστιάσει κοινωνικά σε ένα κομμάτι της σύγχρονης Ελλάδας που μεγεθύνθηκε τα χρόνια της κρίσης, ενώ ταυτόχρονα σχολιάζει και την ελληνική οικογένεια. Η Παναγιώτα ανήκει στο σταδιακά εκλιπόν είδος της γυναίκας, η οποία μένει στο σπίτι μεγαλώνοντας τα παιδιά, δίχως δικούς της οικονομικούς πόρους και επομένως ανεξαρτησία. Οταν βγαίνει από αυτή την κατάσταση, έστω και από ανάγκη, ανακαλύπτει έναν ολοκαίνουργιο κόσμο που τη γεμίζει θάρρος και ελπίδα. Η δουλειά της γίνεται το όχημα, ώστε να αντιμετωπίσει επί ίσοις όροις τον δεσποτικό και οκνηρό σύζυγό της, αλλά και να εμπνεύσει την ατίθαση κόρη της.

«Νέο νόημα στη ζωή»

Ο ίδιος ο δημιουργός του φιλμ το περιγράφει ως εξής: «Η Παναγιώτα ζει ενός τύπου χειραφέτηση στα 38 της χρόνια, ξεφεύγει από τη μονοτονία του σπιτιού και βρίσκει νέο νόημα στη ζωή. Για να συμπορευθώ με τον συναισθηματικό της κόσμο αποφάσισα ότι σε αυτήν την ταινία οι άνθρωποι πρέπει να βρίσκονται πάντα σε πρώτο πλάνο».

Σε δεύτερο επίπεδο φυσικά η ταινία ασχολείται με μια εργασιακή πραγματικότητα, η οποία τα τελευταία χρόνια κατρακύλησε πολλά σκαλοπάτια. Συμβάσεις-απάτες που ισχύουν κατά το δοκούν, ωράρια για τα οποία ο όρος «ελαστικά» αποτελεί απλώς ευφημισμό, προσβολές και εκμετάλλευση. Ολα αυτά παρουσιάζονται με στεγνό ρεαλισμό, δίχως κραυγές και φανφάρες, σε βαθμό που η ταινία μοιάζει πολλές φορές ελλειπτική, έως και σεναριακά σχηματική. 

Τίποτα πάντως δεν θα ήταν εφικτό δίχως τη συγκινητική ερμηνεία της Μαρίσσας Τριανταφυλλίδου.

Η Ελληνίδα ηθοποιός, που απέσπασε και το σχετικό βραβείο στη Θεσσαλονίκη, καταφέρνει να διαπεράσει την οθόνη βάζοντάς μας στη συναισθηματική κατάσταση μιας γυναίκας που δεν συναντάς εύκολα πια. Και συνήθως το κάνει χωρίς να χρειαστεί να αρθρώσει λέξη.

Το βαρόμετρο της εβδομάδας

– Στη «Δύση ηλίου»  ο Λάζλο Νέμεθ του συγκλονιστικού «Ο γιος του Σαούλ» επιστρέφει με μια δεύτερη εξίσου ξεχωριστή ταινία. Οθώντας το, ούτως ή άλλως, ιδιαίτερο στυλ του στα άκρα, ο Ούγγρος κινηματογραφιστής μάς μεταφέρει στην Βουδαπέστη του 1913. Εκεί η νεαρή Ιρις φτάνει με σκοπό να εργαστεί ως καπελού στο θρυλικό κατάστημα που κάποτε ανήκε στους γονείς της. Οταν ο νυν ιδιοκτήτης τής το αρνείται εκείνη ξεκινά μια πεισματική αναζήτηση προκειμένου να ανακαλύψει τους προγόνους και τη μοίρα της οικογένειάς της. Μέσα σε όλα φιλοτεχνείται το πορτρέτο μιας κοινωνίας έτοιμης να βυθιστεί στο χάος του πολέμου. 

– Στο «Γενέθλια θανάτου 2» βλέπουμε το σίκουελ της συμπαθούς κωμωδίας τρόμου με πρωταγωνίστρια τη νεαρή φοιτήτρια που ζει ξανά και ξανά, α λα «Μέρα της μαρμότας», την ημέρα του θανάτου της. Το πράγμα δεν διαφοροποιείται και πολύ, με την εξαίρεση πως, αυτή τη φορά, ένα επιστημονικό πείραμα «απλώνει» τη συμφορά και σε άλλες διαστάσεις. 

– Στην ταινία «Ζωή»  παρακολουθούμε άλλο ένα δράμα επιστημονικής φαντασίας, το οποίο μας προειδοποιεί για τις ενδεχόμενες συνέπειες της δίχως όρια τεχνητής νοημοσύνης. Ο Κόουλ (Γιούαν Μακ Γκρέγκορ), κατασκευαστής ρομπότ που μπορούν να εκφράσουν συναισθήματα, ερωτεύεται σταδιακά τη Ζωή (Λεά Σεϊντού), μια από τις εφευρέσεις του. Τα πράγματα ωστόσο θα περιπλακούν ενώ ταυτόχρονα η εταιρεία όπου και οι δύο εργάζονται λανσάρει ένα νέο επαναστατικό προϊόν. Ο δημιουργός του «Like Crazy», Ντρέικ Ντορέμους, παρουσιάζει εδώ μια ιστορία αγάπης με πλήθος κοινωνικών και φιλοσοφικών προεκτάσεων.