ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Κατακτώντας το δικό του «Εβερεστ»

Κατακτώντας το δικό του «Εβερεστ»

«Free Solo» ***½
ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ (2018)
Σκηνοθεσία: Ελίζαμπεθ Τ. Βασαρχέλι, Τζίμι Τσιν
Εμφανίζεται: Αλεξ Χόνολντ

kataktontas-to-diko-toy-everest0

Το φιλμ που κατέκτησε το φετινό Οσκαρ στην κατηγορία του ντοκιμαντέρ έρχεται αυτή την εβδομάδα και στις ελληνικές αίθουσες – αποκλειστικά στον Δαναό για την Αθήνα. Παρότι η ταινία έχει κυκλοφορήσει ήδη τηλεοπτικά, μέσω του καναλιού του National Geographic, αξίζει κανείς να την απολαύσει στη μεγάλη οθόνη λόγω των εκπληκτικών άγριων τοπίων αλλά και της τολμηρής κινηματογράφησης, που φέρνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Θέμα και ταυτόχρονα κεντρικό πρόσωπο της ταινίας είναι ο Αμερικανός αναρριχητής, Αλεξ Χόνολντ, και η σχεδόν υπεράνθρωπη προσπάθειά του να ανέβει τον μεγαλύτερο κάθετο βράχο του κόσμου. Το ύψους 960 μέτρων Ελ Καπιτάν, στο Εθνικό Πάρκο Γιοσέμιτι, θεωρείται το «Αγιο Δισκοπότηρο» των αναρριχητών και ιδιαίτερα όσων, όπως ο Χόνολντ, επιχειρούν δίχως την ασφάλεια σχοινιών ή οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού.

Με τη ζωή του να κρέμεται σε (λιγότερο από) μια κλωστή, ο πρωταγωνιστής ξεκινά την προετοιμασία για να φέρει εις πέρας τον άθλο του, σε μια διαδικασία που συχνά έχει περισσότερο ενδιαφέρον από την ίδια την ανάβαση.

Η ψυχοσύνθεση του αθλητή

Και μόνον η προσωπικότητα ενός ανθρώπου όπως ο Αλεξ Χόνολντ αποτελεί συναρπαστικό αντικείμενο παρατήρησης. Το ντοκιμαντέρ προσπαθεί –και σε μεγάλο βαθμό καταφέρνει– να προσεγγίσει την ψυχοσύνθεση ενός αθλητή, ο οποίος είναι διατεθειμένος να ρισκάρει κυριολεκτικά τα πάντα σε ένα γλίστρημα ή μια ατυχία της στιγμής. Ταυτόχρονα, τοποθετεί τον θεατή σε μια παράλληλη πραγματικότητα με τον (αληθινό) ήρωα: οι παλάμες σου ιδρώνουν καθώς τον παρακολουθείς να σκαρφαλώνει και ασυναίσθητα σκέφτεσαι πώς είναι δυνατόν να μη συμβαίνει το ίδιο και σε εκείνον. Θυμάσαι ότι εδώ δεν βλέπεις ταινία μυθοπλασίας, μια μοιραία πτώση θα διακόψει το γύρισμα για πάντα.

Οπως είπαμε, η πνευματική διαδικασία που συνοδεύει το free solo (έτσι ονομάζεται η αναρρίχηση δίχως σχοινί) είναι και η πιο ενδιαφέρουσα. Επί της ουσίας, παρακολουθούμε κάποιον που, με τον τρόπο του, αμφισβητεί μια βασική ροπή της ανθρώπινης φύσης – την πάση θυσία διατήρηση της ζωής. Πόσο μάλλον όταν ολόκληρη η ταινία είναι σπαρμένη με ιστορίες άλλων αναρριχητών που έφυγαν πρόωρα. Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις είναι προφανείς, όπως και τα σχετικά διλήμματα της παραγωγής της ταινίας. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να βλέπεις σκηνοθέτες, τεχνικούς και συνεργείο να ακολουθούν τον Χόνολντ με ύφος σαν να πηγαίνουν στην… κηδεία του.

Πέρα από όλα τα υπόλοιπα, βέβαια, το «Free Solo» είναι και μια ταινία-αποθέωση του φυσικού τοπίου. Με κλίμακα τον μικροσκοπικό άνθρωπο που παλεύει να το κατακτήσει, η κινηματογράφηση των δύο σκηνοθετών αποκαλύπτει την αγριότητα και ταυτόχρονα τη γοητεία που ασκούν τέτοια μέρη.

Το βαρόμετρο της εβδομάδας

Στο «Σε πόλεμο» ο Στεφάν Μπριζέ, που είχε κάνει αίσθηση με τον «Νόμο της αγοράς», επανέρχεται με άλλο ένα κοινωνικοπολιτικά μαχητικό φιλμ. Στην επαρχιακή Γαλλία, μια μεγάλη εταιρεία αποφασίζει να κλείσει ένα από τα εργοστάσιά της, παρά την κερδοφορία του, αφήνοντας 1.100 υπαλλήλους στον δρόμο. Εκείνοι, αποφασισμένοι να μην τα παρατήσουν, ξεκινούν αγώνα, προκειμένου να σώσουν τις δουλειές τους. Ο Βενσάν Λιντόν παραδίδει μια συγκλονιστική ερμηνεία, βραβευμένη στις Κάννες, υποδυόμενος τον επικεφαλής των εργαζομένων. Με ντοκιμαντερίστικο στυλ ο Μπριζέ καταφέρνει να πει μερικές αλήθειες που αγγίζουν και τη δική μας πραγματικότητα. 

Στο «Vox lux» η Νάταλι Πόρτμαν ενσαρκώνει μια ποπ σταρ με πολυτάραχη ζωή, σε μια ενδιαφέρουσα αλλά μάλλον μπερδεμένη σκηνοθετικά προσπάθεια του ηθοποιού Μπρέιντι Κορμπέ. Εχοντας ζήσει μια τρομερά τραυματική εμπειρία ως έφηβη, η Σελέστ διοχετεύει τον πόνο της στην καλλιτεχνική δημιουργία και πετυχαίνει να φτάσει ώς την κορυφή.

Στον «Διερμηνέα» παρακολουθούμε μια ταινία δρόμου, εμπνευσμένη από τα τραγικά γεγονότα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Αλι, ένας ηλικιωμένος επιζών του Ολοκαυτώματος, ταξιδεύει στη Βιέννη αποφασισμένος να εντοπίσει και να σκοτώσει τον πρώην αξιωματικό των ναζί που θεωρεί υπεύθυνο για τον θάνατο των γονιών του. Αντί για εκείνον, θα βρει τον γιο του, τον Γκέοργκ, με τους δύο άνδρες να ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι προς τη Σλοβακία, αναζητώντας τις ρίζες ενός κοινού τραύματος. Χρησιμοποιώντας το δράμα αλλά και την κωμωδία, ο σκηνοθέτης Μάρτιν Σούλικ πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα βαθιά ανθρώπινο φιλμ πάνω στις πληγές της Ευρώπης.