ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το φαινόμενο Ντίσνεϊ, σκιές δίπλα στη λάμψη

26sdisn

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ  (1905-1966), μεγαλοεπιχειρηματίας, καλλιτέχνης και παγκόσμιος Αμερικανός «σε ένα», υπήρξε και παραμένει, μάλλον εξαιτίας ακριβώς αυτού του ακραία αντιφατικού συνδυασμού, μια προσωπικότητα που διχάζει. Η πρόσφατη προβολή της ταινίας «Saving Mr. Banks» (ελληνοποιήθηκε ως «Η μαγική ομπρέλα»), που αφηγείται την προσπάθειά του να πείσει τη συγγραφέα της διάσημης «Μαίρης Πόπινς», την Π.Λ. Τρέιβερς, να του παραχωρήσει τα δικαιώματα του βιβλίου της ώστε να βασίσει σε αυτό την ταινία του, αναζωπύρωσε τη συζήτηση γύρω από την προσωπικότητά του αλλά και γύρω από την ποιότητα του έργου του.

Συζητήσαμε με ανθρώπους που, εκ των πραγμάτων, έχουν να αναμετρηθούν ποικιλοτρόπως στη δουλειά τους με το «ζήτημα Ντίσνεϊ», όπως η Χριστίνα Κάλλας-Καλογεροπούλου, καθηγήτρια στο Τμήμα Κινηματογράφου του ΑΠΘ και στο Columbia University, και η εκδότρια Ελενα Πατάκη, υπεύθυνη για τα παιδικά και εφηβικά βιβλία των εκδόσεων Πατάκη. «Οπως και στην περίπτωση του Γούντι Αλεν, δεν αποτελεί γόνιμη οδό η κρίση ενός δημιουργού με βάση την προσωπική του ζωή», λέει η κ. Κάλλας-Καλογεροπούλου, που έχει στο ενεργητικό της συγγραφικό έργο ειδικά για το θέμα των bio/pic, των ταινιών-βιογραφιών. «Υπάρχουν πολλές αλήθειες. Κανένας δεν είναι μόνο καλός ή μόνο κακός. Ολες οι διαφορετικές πλευρές της προσωπικότητας είναι μέρος της δημιουργικής διαδικασίας».

Η κ. Κάλλας παραδέχεται ότι «βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα δικά του γυαλιά», που ενοποιούν, μάλιστα, τον δυτικό πολιτισμό μας. «Ηταν καλά αυτά τα γυαλιά;» αναρωτιέται και απαντά: «Ηταν μια προοπτική της πραγματικότητας που ανταποκρίνεται στη γεμάτη κουταλιά της ζάχαρης», όπως την τραγουδά η Τζούλι Αντριους-Μαίρη Πόπινς. «Πάντα επιλέγει να δείξει μια πραγματικότητα γλυκιά, απλοϊκή, στρογγυλοποιημένη, με τα ενδιάμεσα διαστήματα κομμένα, κι έτσι αυτό που “γράφει” μέσα μας είναι πολύ μονοδιάστατο σε σχέση με την πραγματική ζωή. Καθώς όμως πρόκειται για τέχνη μαζική, διαμορφώνει αναμφίβολα αξίες. Πώς είναι το πρώτο φιλί; Τι είναι η αγάπη; Και όλα αυτά με τρόπο που απέχει πολύ από την πραγματικότητα». Μήπως όμως την ίδια περιορισμένη οπτική δεν μας δίνουν, π.χ., και οι τηλεοπτικές σειρές, «φτιαγμένες στην πλειονότητά τους από άντρες, λευκούς, μέσης ηλικίας, ένα πολύ συγκεκριμένο δηλαδή και καθόλου πλειοψηφικό κομμάτι του πληθυσμού;» προσθέτει με νόημα.

Η Ελενα Πατάκη αναγνωρίζει μεν με θαυμασμό στον Ντίσνεϊ τον σκαπανέα ιδεών και πρακτικών, τον καινοτόμο δημιουργό και τον εντυπωσιακό επιχειρηματία, δεν ξεχνάει ωστόσο τον κίνδυνο να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά, και μέσω του Ντίσνεϊ, η παγκοσμιοποίηση made in USA. Ετσι, και ως μητέρα, βάζει την έμφαση στην ατομική ευθύνη ώστε «να εκτίθεται το παιδί σε ένα ισορροπημένο μείγμα» έργων, στα οποία να συμπεριλαμβάνονται επίσης και ελληνικά αλλά και έργα με ευρωπαϊκή προέλευση. Στα προϊόντα του Ντίσνεϊ θαυμάζει πάντως την «εγγυημένη ποιότητα, την αισθητική, την τεχνική, το γεγονός ότι πρόκειται για ομαδική δουλειά». Βρίσκει, εξάλλου, εντυπωσιακό το γεγονός ότι ο Ντίσνεϊ παρέμεινε και ως επιχειρηματίας ένας συνδημιουργός των καλλιτεχνικών έργων ενώ ανέβαζε, επίσης, διαρκώς τον πήχυ και διεύρυνε τα όρια, μπαίνοντας π.χ. δυναμικά στον χώρο της τηλεόρασης όταν άλλοι τη φοβούνταν ότι θα κατέστρεφε τον κινηματογράφο.

Τη δική τους γνώμη για το θέμα μάς δίνουν δύο διακεκριμένοι Ελληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας, ο Χρήστος Μπουλώτης και ο Ευγένιος Τριβιζάς.

Ευγένιος Τριβιζάς: Με υπερβολική δόση ζάχαρης

Στην ομιλία που έδωσε η Μέριλ Στριπ σε δείπνο προς τιμήν της Εμα Τόμσον, η οποία ερμηνεύει τον ρόλο της Τρέιβερς στη «Μαγική ομπρέλα» κατηγόρησε τον Ντίσνεϊ για μισογυνισμό, ρατσισμό και αντισημιτισμό, κάτι με το οποίο συμφώνησε η Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων. Πολλά μπορεί να πει κανείς εκθειάζοντας ή κατακρίνοντας τον Ντίσνεϊ ως άνθρωπο, καλλιτέχνη, εργοδότη ή επιχειρηματία, είναι όμως αδιαμφισβήτητο ότι σημάδεψε τον πολιτισμό του εικοστού αιώνα.

Εχω φυλάξει και ανατρέχω με νοσταλγία σε περιοδικά που αγαπούσα όταν ήμουν παιδί. Σε αυτά δεν περιλαμβάνονται τεύχη με ιστορίες των χαρακτήρων που δημιούργησε ο Ντίσνεϊ. Για κάποιο λόγο δεν με άγγιζαν βαθιά, δεν άφηναν ίχνη στον νου μου. Αν και έβρισκα τους χαρακτήρες ελκυστικούς και διασκεδαστικούς, οι ιστορίες τους δεν με συναρπάζανε, τις ξεχνούσα μόλις τις διάβαζα.

Ακόμα, η «ντισνεϊκή» απεικόνιση ηρώων κλασικών έργων δεν μου χάριζε την ίδια αισθητική απόλαυση όσο η εικονογράφηση των αντίστοιχων βιβλίων. Η κυριαρχία του Χόλιγουντ καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο φέρνουμε στον νου μας πολλούς από αυτούς τους χαρακτήρες. Για μένα, όμως, η Αλίκη της Χώρας των Θαυμάτων, για παράδειγμα, θα είναι για πάντα το κορίτσι που φιλοτέχνησε ο Τζον Τένιελ το 1865 και ο Γουίνι το μαυρόασπρο αρκουδάκι που ζωγράφισε το 1926 ο Ερνεστ Χάουαρντ Σέπαρντ (του οποίου σημειωτέον η κόρη εικονογράφησε αργότερα τα βιβλία της Μαίρης Πόπινς).

Αλλά και οι κοσμαγάπητες διασκευές αυτών των αριστουργημάτων ήταν εικαστικά φαντασμαγορικές και μουσικά αριστοτεχνικές, αλλά σαν ιστορίες «απονευρωμένες» σε πολλά σημεία, σε σύγκριση με εκείνες των βιβλίων, διαφορετικά δεν θα μπορούσαν ίσως να κατακτήσουν ένα τόσο μεγάλο κοινό.

Η Τρέιβερς πίστευε ότι τη διασκευή του έργου της από τον Ντίσνεϊ δεν τη χαρακτήριζε η απλότητα, αλλά μια γλυκερή απλοϊκότητα. Το προϊόν του Ντίσνεϊ, αν και ένα εντυπωσιακό και εμπνευσμένο τεχνικό επίτευγμα, μια υπέροχη χρωματική και ηχητική πανδαισία, περιλαμβάνει όντως πολύ περισσότερες κουταλιές ζάχαρης από εκείνες των ιστοριών της.

Μετά την πρεμιέρα της «Μαίρης Πόπινς» στη Νέα Υόρκη τριπλασιάστηκαν οι πωλήσεις των βιβλίων της Τρέιβερς με την εικονογράφηση της Μαίρης Σέπαρντ. Ταυτόχρονα, τα βιβλία με τις εικόνες της κινηματογραφικής παραγωγής έκαναν διπλάσιες πωλήσεις από τα δικά της. Η γνήσια Μαίρη Πόπινς, όμως, παραμένει κρυμμένη στις σελίδες των βιβλίων της αντισυμβατικής Αυστραλής. Ας ελπίσουμε ότι η δημοσιότητα της νέας ταινίας θα παροτρύνει πολλούς θεατές να αναζητήσουν τις αυθεντικές περιπέτειες της μυστηριώδους γκουβερνάντας, έστω κι αν επιφυλάσσουν και άλλες, πικρότερες γεύσεις.

Χρήστος Μπουλώτης: Ευτράπελος, αλλά και ανατρεπτικός

Νοσταλγικά θυμάμαι ακόμη το πάνινο καπελάκι που φορούσα τα καλοκαίρια, εκπνέουσας της πολύχρωμα ασπρόμαυρης δεκαετίας του 1950. Ηταν ολόιδιο με εκείνα που φορούσαν ο Χιούι, ο Λιούι και ο Ντιούι, τα σκανταλιάρικα ανίψια του Ντόναλντ. Μέσα από την «ενδυματολογική» αυτή εξίσωση πρωτομπήκα στον κόσμο του Μίκυ Μάους – τα προσχολικά μου χρόνια, Λήμνος τότε. Λίγο μετά, παθιασμένος αναγνώστης, εισέβαλα κι εγώ, όπως και τα περισσότερα αγόρια της γενιάς μου, στον κόσμο των Κλασικών Εικονογραφημένων και του Μικρού Ηρωα, που δεν κατάφεραν, ωστόσο, να εξοβελίσουν ολότελα από τις αναγνωστικές μου τέρψεις τα Μίκυ Μάους. Λειτουργώντας αντιστικτικά προς Κλασικά και Μικρό Ηρωα, ήταν το αερόστατο αυτά, που μας ταξίδευε γρήγορα, με συνοπτικές διαδικασίες, στο ασύστολα ευτράπελο, το ανατρεπτικό, τόσο σύμφυτα με την παιδική μας φύση.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ για εμάς τα παιδιά –εδώ κι απανταχού της Γης– δεν ήταν τότε τίποτα παραπάνω από ένα σκέτο όνομα, χωρίς προφίλ, ταυτότητα, περιεχόμενο. Και ούτε που θα μας ενδιέφερε δηλαδή το δημιουργικό του ανάστημα, το ψυχολογικό βάθος των ηρώων του, και πολύ λιγότερο βέβαια το επιχειρηματικό του δαιμόνιο (με την αμφίσημη έννοια της λέξης) και οι ιδεολογικές του θέσεις – όλα αυτά που επέσυραν δριμείες κριτικές, ιδίως μετά τον θάνατό του. Ανάμεσα σε άλλα, του καταλογίζουν –διά στόματος πρόσφατα και της χαρισματικής Μέριλ Στριπ– ότι ήταν ρατσιστής, αντισημίτης, μισογύνης και γενικά δύσκολος άνθρωπος. Η αλήθεια δεν είναι μακριά απ’ όλα τούτα, όπως όμως είναι αλήθεια και η χαρά που μοίρασε αφειδώλευτα σε παιδιά κάθε ηλικίας. Ασπάζομαι εντελώς τις επικρίσεις της Μέριλ Στριπ. Ξαναπιάνοντας, ωστόσο, το γνωστό δίλημμα, αναρωτιέμαι τι βαραίνει, εντέλει, πιο πολύ στην αποτίμηση μιας προσωπικότητας: ο ίδιος ο δημιουργός ή το έργο που αφήνει πίσω του; Και είμαι σίγουρος ότι οι περισσότεροι –αν όχι όλοι– οι επικριτές του θα ταξίδεψαν και αυτοί ως παιδιά με τους ήρωές του.