ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Δεν μας τρομάζουν ζόμπι και βαμπίρ

Δεν μας τρομάζουν ζόμπι και βαμπίρ

Το μόνο που χρειάστηκε να κάνουν το 1895 οι αδερφοί Λουί και Ογκίστ Λιμιέρ ήταν να προβάλουν σε κάποιο παρισινό καφέ την κινούμενη εικόνα ενός τρένου που έφτανε στον σταθμό. Οι θεατές πετάχτηκαν από τις θέσεις τους και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι, νομίζοντας ότι το τρένο έρχεται καταπάνω τους! Πάνω από έναν αιώνα αργότερα, οι σημερινοί κινηματογραφιστές έχουν πολύ πιο δύσκολο έργο προκειμένου να τρομάξουν ή έστω να ξαφνιάσουν το κοινό.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η κάμψη των ταινιών τρόμου και αγωνίας είναι φανερή. Εκατοντάδες παραγωγές, πραγματικά η μία χειρότερη από την άλλη, εμφανίζονται απλώς για να συμπληρώσουν τις ώρες των multiplex και να προσθέσουν άλλο ένα σίκουελ σε κάποια πάλαι ποτέ επιτυχία. Φωτεινές εξαιρέσεις, όπως το εξαιρετικό «Ασε το κακό να μπει» (2008) από τη Σουηδία, επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα. Στην πραγματικότητα, από τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας όταν και είχαμε τις τελευταίες μαζεμένες αξιόλογες ταινίες («Εκτη αίσθηση», «Οι άλλοι», «Σε βλέπω» κτλ.), υπάρχει ένα τεράστιο ποιοτικό κενό στην κινηματογραφική παραγωγή του τρόμου.

Το αίμα ποτάμι, αλλά…

Δεν είναι μόνο ότι δεν γυρίζονται καλές ταινίες. Στην ουσία υπάρχει ένας εκφυλισμός του είδους με μύθους που ανήκαν σχεδόν κατεξοχήν στη σφαίρα του τρόμου να εντάσσονται σε άλλα είδη, και μάλιστα με μεγάλη εμπορική επιτυχία. Τα παλιά καλά ζόμπι εξολοθρεύονται πλέον κατά χιλιάδες σε ταινίες δράσης τύπου «World War Z», τα βαμπίρ πρωταγωνιστούν σε ρομάντζα για γυμνασιοκόριτσα («Twilight»), μέχρι και ο ίδιος ο Διάβολος παίζει κυνηγητό με δύο αδέρφια στον αμερικανικό Νότο («Supernatural»). Και μπορεί στα περισσότερα από αυτά το αίμα να τρέχει ποτάμι, όμως οι θεατές μένουν κατά κανόνα ασυγκίνητοι μασουλώντας μακάρια το ποπ κορν τους.

Γιατί συμβαίνει όμως αυτό; Υπάρχει άραγε κάτι που να μπορεί πραγματικά να μας τρομάξει σήμερα ή τα έχουμε δει όλα και πάθαμε ανοσία; Ερωτήματα όπως αυτά μας οδηγούν «λίγο πιο βαθιά στην τρύπα του λαγού». «Οι νεότερες γενιές, ας πούμε μέχρι 30 ετών, μοιάζει να έχουν μεγαλώσει σε μια παράλληλη εικονική πραγματικότητα. Από πολύ μικρή ηλικία ασκούνται σε ηλεκτρονικά παιχνίδια, όπου πυροβολούν ή ξεκοιλιάζουν ρεαλιστικότατους εχθρούς με το αίμα και τα κομμένα μέλη να πέφτουν βροχή. Πέρα από τις υπόλοιπες (σοβαρές) επιπτώσεις, κάτι τέτοιο δημιουργεί και μια γενικότερη αποσύνδεση και αποστασιοποίηση από το συναίσθημα του τρόμου και της αηδίας που ένα τέτοιο θέαμα φυσιολογικά προκαλεί». Αυτά μας είπε η ψυχολόγος δρ Αννα Καρτσόγλου, εντοπίζοντας ένα αίτιο της συμπεριφοράς του κοινού στις προσλαμβάνουσες που έχουν τα σύγχρονα παιδιά και στον καθοριστικό παράγοντα του παιδικού παιχνιδιού.

Διπλός κορεσμός

Προχωρώντας αυτή τη σκέψη περισσότερο, μπορούμε να μιλήσουμε και για την επίδραση των υπόλοιπων χρήσεων της τεχνολογίας και ειδικά του Διαδικτύου. Ο βομβαρδισμός εικόνων που έφερε η εξάπλωση του γρήγορου Ιντερνετ ενισχύει ακόμα πιο πολύ το στοιχείο ενός οπτικού αλλά και συναισθηματικού κορεσμού. Οσο κυνικό και αν ακούγεται, ακόμα και κάποιος που θα σοκαριστεί στο πρώτο βίντεο που απεικονίζει, για παράδειγμα, μια εκτέλεση είναι πολύ λιγότερο πιθανό να πάθει το ίδιο και στο δέκατο. Και μιλάμε για υλικό που συνήθως γίνεται viral μέσα σε λίγες ώρες.

Κάπως έτσι δυσκολεύει και το έργο των κινηματογραφιστών που καταπιάνονται με τον τρόμο. Δεν βοηθά βέβαια το ότι οι τελευταίοι μπουκώνουν τα φιλμ τους με κλισέ τόσο προβλέψιμα, ώστε να αποτελούν στη συνέχεια πλούσιο υλικό για σάτιρες όπως το εξαιρετικό «Cabin in the Woods».

Με τι θα τρόμαζε ο κόσμος σήμερα; «Ισως με την ίδια την τεχνολογία και το Διαδίκτυο», υποστηρίζει στη στήλη της στο site του BBC η έμπειρη κριτικός κινηματογράφου Λίζα Σβάρτσμπαουμ. Περιέργως, η τεχνολογία, που σε ένα βαθμό ευθύνεται για την αδιαφορία του κοινού προς τον τρόμο, ίσως αποτελέσει και τη θεματική που τελικά θα τον σώσει. Πρόσφατες ταινίες όπως η «Κυριαρχία» και ο «Δικός της», αν και σε καμία περίπτωση δεν χαρακτηρίζονται τρόμου, κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση του τεχνολογικού εφιάλτη. Μένει να δούμε αν θα υπάρξει και η (πιο τρομακτική) συνέχεια.

Για άγρυπνες νύχτες

Ηδη από τα πρώτα χρόνια του σινεμά, πολλοί δημιουργοί ασχολήθηκαν με το θέμα του τρόμου. Από τη δεκαετία του ’20 και τον γερμανικό εξπρεσιονισμό του Ρόμπερτ Βίνε («Το εργαστήρι του Δρος Καλιγκάρι») και του Φρίντριχ Μουρνάου («Νοσφεράτου») πολύ νερό –και αίμα– κύλησε στο αυλάκι του τρόμου. Το είδος έδωσε κατά καιρούς κλασικά αριστουργήματα όπως ο «Εξορκιστής» του Γουίλιαμ Φρίντκιν, η «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ ή «Η νύχτα με τις μάσκες» του Τζον Κάρπεντερ. Και στις επόμενες δεκαετίες, όμως, ακολούθησαν πολύ αξιόλογα φίλμ όπως ο «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες» του Γουές Κρέιβεν και ο «Δράκουλας» του Φράνσις Φ. Κόπολα. Καθώς η χιλιετία έφτανε στο τέλος, ήρθαν και οι τελευταίες πραγματικά άρτιες ταινίες («Εκτη αίσθηση», «Οι άλλοι», «Οιωνός», «Σε βλέπω»). Από τα πιο πρόσφατα, εκτός από το άψογο «Ασε το κακό να μπει», ενδιαφέροντα είναι επίσης «Η δίψα» και «Το κάλεσμα». Οι φαν –αλλά κυρίως οι «πρωτάρηδες»– του τρόμου μπορούν να αναζητήσουν αυτά, όπως και τα παλιότερα, σε dvd και να περάσουν έτσι μερικές άγρυπνες νύχτες…