ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Η ζωή μας από τους Γίπις ώς τους Γιάπις

Η ζωή μας από τους Γίπις ώς τους Γιάπις

Ζει σε μια τρώγλη, σχεδόν πάντα μεθυσμένος. Σέρνει μετά βίας τα πόδια του σε ένα διαμέρισμα ελάχιστων τετραγωνικών. Κάποτε δεν τον χωρούσε η γη. Πίστευε ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Στο πάτωμα, κάτω από τα συσσωρευμένα σκουπίδια, ο θησαυρός της «αντικουλτούρας»: κονκάρδες, t-shirts, αφίσες, η υπογεγραμμένη έκδοση του Αλεν Γκίνσμπεργκ, φθαρμένα αποκόμματα με «εξεγερμένους μακρυμάλληδες» από ταραχές στη Νέα Υόρκη, στο Λος Αντζελες, στο Σικάγο, τη «Μάχη της Ντίσνεϊλαντ». Ανάμεσά τους, το γράμμα που έγραψε στα 15 του στους New York Times δηλώνοντας την αντίθεσή του στη «σκλαβιά του σχολείου» (7 ώρες μαθήματα και 4 ώρες διάβασμα ημερησίως, έγραφε). Είναι ό,τι έχει απομείνει από την πολεμική κραυγή «Yippie!» που ύψωνε κάποτε στις ακτιβιστικές του δράσεις, ως ένα από τα ιδρυτικά μέλη (Αμπι Χόφμαν, Πολ Κράσνερ, Τζέρι Ρούμπιν) του φορέα αντιπολεμικής προπαγάνδας WPAXinc στο κίνημα των Γίπις (1968-1980). Τώρα, στην εποχή του «Yuppie!», τίποτα δεν κρατάει στη ζωή τον Μάγερ Βίσνερ, παρά μόνο τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή του.

Υπάρχουν ηθικές αναστολές απέναντι στο στοίχημα για την ολοκλήρωση μιας ταινίας τεκμηρίωσης; Μέχρι πού μπορεί να φθάσει η κάμερα όταν εισχωρεί από την κλειδαρότρυπα για να προσεγγίσει τον σκοτεινό ανθρώπινο ψυχισμό; Μπαίνουν ηθικά διλήμματα μπροστά σε επώδυνες ανατροπές, απρόβλεπτες εξομολογήσεις ή σε προσωπικά δράματα; Πόσο επηρεάζεται, για παράδειγμα, ο σκηνοθέτης Τζάστιν Σάιν όταν, στα μισά των γυρισμάτων ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ως ακτιβιστή ενάντια στον πόλεμο, ο Μάγερ Βίσνερ δηλώνει ότι «η τελευταία πολιτική του πράξη θα είναι η αυτοκτονία και τα θέλει όλα μπροστά στον φακό»; Κλείνει την κάμερα ή τη χρησιμοποιεί για να κρατήσει ζωντανό τον φίλο του; Πώς διαχειρίζεται ο κινηματογραφιστής Τομ Φάσερτ την οικογενειακή του ιστορία όταν η 95χρονη γιαγιά του τού κάνει μια απρόσμενη εξομολόγηση (ερωτική!). Και πώς αντιμετωπίζει ο Σαρλ Ρεντόν τον κόσμο του μπαλέτου της συζύγου του «Στην Καλιφόρνια» όταν αντιλαμβάνεται ότι στήνει το προσωπικό του δράμα;

Τουλάχιστον τρεις διαφορετικές ταινίες στο 18ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (ανοίγει την αυλαία του αύριο) καθρεφτίζουν το ηθικό ζήτημα που προκύπτει κατά την καταγραφή της πραγματικότητας, με πιο ενδεικτική την περίπτωση του Μάγερ Βίσνερ. «Οι ηθικές προκλήσεις δεν απουσιάζουν ακόμη και από το πιο φαινομενικά απλό θέμα μιας ταινίας», λέει ο σκηνοθέτης Τζάστιν Σάιν σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Πρώτο Πλάνο» του φεστιβάλ. Σε όλες τις ταινίες τεκμηρίωσης, από τις πρώτες του για άστεγους ή έφηβους ηρωινομανείς στον Σαν Φρανσίσκο, βρέθηκε απέναντι σε ηθικά διλήμματα, αλλά η περίπτωση του Μάγερ, όπως υπογραμμίζει, «πήρε διαστάσεις κατεπείγοντος». Προβληματίστηκε. Αναζήτησε συμβουλές από ειδικούς (δικηγόρο, ψυχίατρο, καθηγητή ηθικής δημοσιογραφίας) και έναν ειδικό σύμβουλο σε αποτροπές αυτοκτονίας, για να χειριστεί, όπως λέει, το θέμα με υπεύθυνο τρόπο. «Δεν είχα πρόθεση να κάνω μια ταινία για την αυτοχειρία, αλλά, από τη στιγμή που ο Μάγερ μού εκμυστηρεύτηκε την απόφασή του, δεν μπορούσα να το κρύψω. Η ψευδαίσθηση ότι ο ντοκιμαντερίστας είναι απλά ένας παρατηρητής δεν μπορεί να διατηρηθεί κάτω από τέτοιες συνθήκες. Αποφάσισα, ως σκηνοθέτης και φίλος, ότι αν αυτή η ταινία ήταν να πάει προς τα μπρος, το ηθικό δίλημμα που ασχολείται με την αυτοκτονία έπρεπε να είναι μέρος της ιστορίας».

«Εφυγε σκόπιμα», είναι ο τίτλος της, ως «υστερόγραφο» του Μάγερ Βίσνερ στο αμερικανικό κίνημα των Γίπις, σε επαναστάτες που έμειναν πιστοί στις ιδέες τους («είδα τα καλύτερα μυαλά να καταστρέφονται από την τρέλα», έγραφε ο Γκίνσμπεργκ) και στον απόηχό τους (γηρατειά, απομόνωση, κατάθλιψη).

http://www.filmfestival.gr