ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το θαύμα της γέννησης

Το θαύμα της γέννησης

Καλωσόρισμα της μικρής Κλειώς στον κόσμο

Τ​​ούτο τον μήνα της Μεγάλης Γέννησης ταιριάζει, νομίζω, να μιλήσουμε για την εξαιρετική ταινία της Ανν Φοντέν (Anne Fontaine) «Οι αθώες» («Les Innocentes»), που προβλήθηκε φέτος (2016) στη Γαλλία και, με τον τίτλο «Agnus Dei», στον υπόλοιπο κόσμο. Στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη προβληθεί.

Κατά την απελευθέρωση της Ευρώπης από τους ναζί, στρατιώτες του προελαύνοντος Κόκκινου Στρατού μπαίνουν, το 1945, σε ένα βενεδικτίνικο γυναικείο μοναστήρι στην Πολωνία και επί δύο μέρες βιάζουν απανωτά τις μοναχές. Εφτά από αυτές μένουν έγκυοι. Οι γυναίκες αυτές που έχουν δώσει όρκο παρθενίας και αγνότητας βρίσκονται τώρα να περιμένουν παιδί, προϊόν βιασμού. Η ηγουμένη, που έχει κι αυτή μείνει έγκυος, αποφασίζει να κρατήσει το γεγονός κρυφό, για να σώσει το μοναστήρι, αλλά μια δόκιμη, παρακούοντας την εντολή της, όταν ακούει τις κραυγές των ωδίνων μιας άλλης δόκιμης, θα τρέξει χιλιόμετρα, μέσα στα χιόνια, να βρει γιατρό, που να μην είναι Πολωνός ή Ρώσος. Η αντίθεση είναι ισχυρή και διατρέχει όλη την ταινία: τα θαυμάσια άσματα που ψάλλουν οι μοναχές διαταράσσονται από τις κραυγές μιας νεαρής δόκιμης που γεννάει μόνη και αβοήθητη, κρυφά, ένα παιδί που δεν το θέλησε. Τελικά, μια Γαλλίδα γιατρός, μέλος της γαλλικής αποστολής για τον επαναπατρισμό των Γάλλων αιχμαλώτων, θα πάει, παρά την αρχική άρνησή της, στο μοναστήρι και θα ξεγεννήσει με καισαρική τη δόκιμη. Εκεί που ακούγονταν μόνο γρηγοριανά μέλη και προσευχές, αντηχεί τώρα το κλάμα ενός νεογέννητου. Θα γεννήσουν διαδοχικά όλες οι έγκυοι. Η ηγουμένη, στην απεγνωσμένη προσπάθειά της να μη μαθευτεί τίποτε, εξαφανίζει τα ίχνη της ατίμωσης, θανατώνει δηλαδή τα δύο πρώτα νεογέννητα. Για το δεύτερο βλέπουμε με ποιο τρόπο: το αφήνει μέσα σε ένα καλάθι, κάτω από ένα σταυρό, στο χιονισμένο δάσος. Η δόκιμη μοναχή Σοφία, μητέρα του πρώτου παιδιού που γεννήθηκε στο μοναστήρι, αυτοκτονεί αντιλαμβανόμενη τι έχει γίνει και με το δικό της παιδί. Οταν η μοναχή Μαρία, που έχει υποψιαστεί το γεγονός, ζητάει εξηγήσεις, η ηγουμένη της απαντάει επιθετικά ότι εμπιστεύτηκε το παιδί στον Θεό και στην Πρόνοιά του! Πρόκειται για την πιο διεστραμμένη αντίληψη για τη Θεία Πρόνοια: δεν ευθύνομαι ούτε στο ελάχιστο για τη ζωή και τον θάνατο των συνανθρώπων μου, ακόμη και όταν πρόκειται για ανυπεράσπιστα νεογέννητα βρέφη, αν ο Θεός θέλει, θα τους σώσει. Αποψη κυριολεκτικά σατανική: ο δεύτερος από τους τρεις πειρασμούς στους οποίους υποβάλλει ο διάβολος τον Χριστό στην έρημο, τον οποίο μάλιστα θεμελιώνει αγιογραφικώς (Ψλ 90 (91) 11-12), είναι να πέσει από το ψηλότερο σημείο του Ναού κάτω και, αν είναι πράγματι Υιός του Θεού, θα στείλει ο Θεός τους αγγέλους του να τον σώσουν. Ας υπενθυμίσουμε την απάντηση, επίσης αγιογραφική, του Χριστού: «ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου». Είναι αλαζονικό να προκαλείς τον Θεό, να τον θέτεις υπό δοκιμασία. Η ηγουμένη θα μείνει πιστή στην άποψή της και όταν πρόκειται για τον εαυτό της: αρνείται την ιατρική φροντίδα, ακόμη και τη στιγμή που η γιατρός της λέει ότι έχει σύφιλη σε προχωρημένο στάδιο αλλά θεραπεύσιμη. «Δεν έχω ανάγκη τη φροντίδα σας», λέει με δαιμονική αλαζονεία στη Γαλλίδα που θέλει να τη γιατρέψει. Και την ύστατη ώρα αρνείται αμίλητη τη βοήθεια μιας αδελφής. Πεθαίνει μόνη.

Τα νεογέννητα και το ίδιο το μοναστήρι θα τα σώσει τελικά η ευφυΐα της Γαλλίδας γιατρού: προτείνει να περιμαζέψει το μοναστήρι τα ορφανά της περιοχής και έτσι κανείς δεν θα μπορεί να υποψιαστεί, μέσα σε όλο εκείνο το παιδομάνι, ότι ορισμένα βρέφη είναι φυσικά παιδιά των καλογριών. Το μοναστήρι εγκαταλείπει την οδό της μόνωσης, ανοίγεται στην κοινωνία και βουίζει από παιδικές φωνές και τρεχαλητά. Χαρά Θεού! Οι δρόμοι που παίρνει η χάρη του Θεού είναι απροσδόκητοι. Το θέλημά του εν προκειμένω το πραγματοποιεί η άθεη Γαλλίδα γιατρός, γόνος μιας οικογένειας εργατών και κομμουνιστών: σώζει ζωές, θέτοντας σε κίνδυνο τη δική της. Οπως θα αναγνωρίσει στο τέλος και η μ. Μαρία, την έστειλε ο Θεός.

Ολη αυτή η οδυνηρή περιπέτεια δεν ήταν δυνατό να αφήσει ανεπηρέαστη την πίστη των μοναχών. Δύο θα εγκαταλείψουν το μοναστήρι, η μία διατηρώντας θετική στάση απέναντί του και η άλλη απορρίπτοντάς το. Οι περισσότερες δεν θα χάσουν την πίστη τους. Θα την ανοίξουν και στους άλλους ανθρώπους, θα υποδεχτούν, θα φροντίσουν, θα γελάσουν. Θα συμμορφωθούν με την ύψιστη εντολή του Θεού, που είναι η εντολή της ζωής. Οταν η γιατρός θέτει στη Μαρία το ερώτημα της πίστης, εκείνη θα της απαντήσει ότι η πίστη είναι 24 ώρες αμφιβολία και ένα λεπτό ελπίδα. Αυτή είναι η πίστη μας, αυτή είναι η πίστη των σημερινών ανθρώπων, μια πίστη αγωνιώδης, εύθραυστη μα και περισσότερο κατανοητική. Με αυτή θα πορευτούμε.

Η ταινία της Ανν Φοντέν, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, στέκεται με εξαιρετικό σεβασμό απέναντι στις μοναχές και στον τρόπο της ζωής τους. Δεν μπορούμε σε αυτό το σύντομο σημείωμα να κάνουμε λόγο για τα πολλά θέματα που ανοίγει (η φρίκη του βιασμού, η μητρότητα, η σχέση με το σώμα, η πίστη στον Θεό και η αγάπη για τον συνάνθρωπο καθώς και η μεταξύ τους σχέση, η υπακοή και η παθολογία της, η απαρασάλευτη τήρηση των θρησκευτικών δεσμεύσεων και ο κίνδυνος της απανθρωπιάς). Το τελικό απόσταγμά της πάντως είναι μια βαθιά ελπίδα: η ζωή και η καλοσύνη βρίσκουν τρόπο, και μέσα από τη φρίκη του βιασμού και του πολέμου, να κερδίσουν την παρτίδα. Το θαύμα που σώζει τον κόσμο, όπως τόνιζε η Χάνα Αρεντ, είναι το γεγονός της γέννησης, ότι γεννιούνται νέα ανθρώπινα πλάσματα για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Ακόμη και σε τούτη την περίπτωση της ταινίας, γυναικών δηλαδή που είχαν αποκλείσει για τον εαυτό τους τη μητρότητα και που βιάστηκαν βάναυσα, η γέννηση ενός παιδιού αποδεικνύεται ισχυρότερη από την αρχική άρνηση της μητρότητας και από τη βία που υπέστησαν. Ξανακαινουργώνει την πίστη τους στον Θεό και την ανοίγει στους άλλους ανθρώπους, με ελπίδα και εμπιστοσύνη.