ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Το χιόνι δεν κοιμάται… αλλά ούτε και οι άνθρωποι

Το χιόνι δεν κοιμάται… αλλά ούτε και οι άνθρωποι

Τα Χριστούγεννα δεν σκέφτομαι πια τη γέννηση του Χριστού, αλλά τον Ρόμπερτ Βάλζερ. Πέθανε πριν από εξήντα χρόνια, ανήμερα την 25η Δεκεμβρίου, καθώς έκανε ένα περίπατο στο χιονισμένο τοπίο του Χερισάου της Ελβετίας. Τον βρήκαν μέσα στο χιόνι και κάποιος είχε την αλλόκοτη διάθεση να τον φωτογραφίσει.

Βλέπω ξανά εκείνες τις φωτογραφίες, στην εισαγωγή της κινηματογραφικής διασκευής στη «Χιονάτη», το θεατρικό έργο του Βάλζερ, από τον Ζοάο Σεζάρ Μοντέιρο. Πρόκειται για μια ταινία ήχου, αφού δεν έχει παρά ελάχιστες εικόνες.

Στην πρώτη φωτογραφία μερικές πατημασιές, σαν μαύροι λεκέδες στο χιόνι, καταλήγουν σ’ έναν μεγαλύτερο λεκέ. Στη δεύτερη φωτογραφία ο λεκές έχει γίνει ένας άντρας, πεσμένος ανάσκελα, με το αριστερό του χέρι τεντωμένο. Το καπέλο του βρίσκεται πιο πέρα, αφήνοντας ξεσκέπαστο το κεφάλι. Πίσω από έναν ξύλινο φράχτη δύο φιγούρες τον παρατηρούν. Στην τρίτη φωτογραφία το καπέλο είναι σε πρώτο πλάνο και το κεφάλι του άντρα διακρίνεται καθαρότερα, ενώ στην τέταρτη αποκαλύπτεται το γέρικο πρόσωπό του και είναι σαν ο Βάλζερ να έχει αποκοιμηθεί με ορθάνοιχτα μάτια πάνω σ’ ένα λευκό σεντόνι και να ονειρεύεται, ίσως τον τελευταίο του περίπατο, με το χιόνι για μαξιλάρι.

«Χιονίζει πάνω σε καθετί, κι αυτό είναι κατανοητό, γιατί όταν χιονίζει, χιονίζει, όπως είναι αυτονόητο, πάνω σε καθετί χωρίς εξαίρεση. Τα πάντα πρέπει να φορτωθούν με χιόνι: σταθερά αντικείμενα καθώς και αντικείμενα που κινούνται, όπως λ.χ. οχήματα, κινητές και ακίνητες ιδιοκτησίες, πάσσαλοι και στύλοι, καθώς και οδοιπόροι», σημειώνει το 1917 σ’ ένα από τα εκατοντάδες κείμενα μικρής πρόζας που έγραψε, και πιστεύω πως αυτές οι μέρες έχουν κάτι από τον Βάλζερ στο χιόνι. Είναι ζεστές και μαζί παγωμένες, θορυβώδεις και την ίδια στιγμή βουβές, ανυπομονούμε να έρθουν και ευχόμαστε να εξαφανιστούν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Κι έτσι αισθανόμαστε αμφίθυμοι, όπως ακριβώς ο Μπουνιουέλ στην αυτοβιογραφία του.

Αναφέρομαι στη σκηνή του δέντρου. Ο τριαντάχρονος Μπουνιουέλ βρίσκεται στην Αμερική και είναι καλεσμένος στο χριστουγεννιάτικο δείπνο ενός φιλικού ζευγαριού από την Ισπανία. Ανάμεσα στους συνδαιτυμόνες, ο Τσάπλιν. Ενας ηθοποιός απαγγέλλει με στόμφο ένα πατριωτικό ποίημα και ο Μπουνιουέλ αρχίζει να χάνει την υπομονή του, με αποτέλεσμα, λίγο αργότερα, να σηκωθεί από το τραπέζι και παρέα μ’ έναν φίλο να καταστρέψει το στολισμένο δέντρο του σπιτιού: «Δυστυχώς είναι πολύ δύσκολο να διαλύσεις ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αδικα γδέρναμε τα χέρια μας», συμπεραίνει στο τέλος. Θαλπωρή και ταυτόχρονη αντίδραση στη θαλπωρή.

Στο παραμύθι «Ο νάνος δεν κοιμάται» της Αστριντ Λίντγκρεν, ο νάνος προσπαθεί να ηρεμήσει ζώα και ανθρώπους επειδή ο χειμώνας είναι δύσκολος και σκοτεινός, επειδή το χιόνι έχει καλύψει τα πάντα.

Ξυπνάει μέσα στη νύχτα, πηγαίνει στο άλογο και χαϊδεύει τη χαίτη του. Πηγαίνει στις αγελάδες και ψιθυρίζει στη γλώσσα των νάνων να μην ανησυχούν, ο χειμώνας θα τελειώσει, τα χιόνια θα λιώσουν, το καλοκαίρι θα έρθει σύντομα. Μιλάει στ’ αρνιά και στα προβατάκια, πηγαίνει στο κοτέτσι, στον σκύλο, στους γονείς και στα παιδιά. Δίνει γάλα στη γάτα.

Μόνο οι μικρές πατημασίες του μένουν στο χιόνι, το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο πως υπάρχει ο νάνος, και οι πατημασιές του μπερδεύονται με τις πατημασιές του Βάλζερ, αν και στη δική του περίπτωση το στοιχείο που αποδεικνύει πως έζησε κάποτε είναι τα γραπτά του, που τα έγραψε σε «μια σιωπηλή, μικρή γλώσσα», όπως είναι η γλώσσα του νάνου: «Ολοι καταλαβαίνουν πως έχω βγει για περίπατο, είπα μέσα μου, και συνέχισα βέβαια να περπατάω, χωρίς την παραμικρή ενόχληση που με ανακάλυψαν, διότι κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς ανόητο», γράφει στη νουβέλα του «Ο περίπατος», επίσης το 1917.

Τις προάλλες, τα βήματά μου με οδήγησαν, σχεδόν τυχαία, σε μια έκθεση στο υπόγειο του Ωδείου Αθηνών, κι εκεί είδα ένα γλυπτό του Πολ Τεκ: τέσσερα κομμάτια κερί καρφωμένα σ’ ένα καλώδιο χάλυβα που κρεμόταν απ’ το ταβάνι. Τέσσερα κομμάτια στο χρώμα του κρέατος, σαν μια ευθύγραμμη στατική χιονόπτωση, φτιαγμένη από κρεάτινες νιφάδες που δεν πέφτουν ποτέ στο πάτωμα, δεν λιώνουν ποτέ, επειδή πέφτουν μονίμως, αθόρυβα, λες και όλο το τρίξιμο του χιονιού έχει εγκλωβιστεί μέσα τους. Ο Τεκ γεννήθηκε το 1933, τη χρονιά που ο Βάλζερ σταμάτησε να γράφει. Θυμήθηκα ξανά τις τέσσερις φωτογραφίες στο χιόνι.

Ισως αυτό ήθελε να μας πει ο Μοντέιρο όταν αποφάσισε να γυρίσει τη «Χιονάτη» επιλέγοντας να παρεμβάλει μερικές λήψεις ουρανών σε μια ενιαία μαύρη εικόνα που δεν δείχνει τίποτα: πως το χιόνι δεν είναι λευκό, είναι μαύρο, κι εμείς βλέπουμε απλά το αρνητικό του. Μα ακόμη κι έτσι, παραμένει ζεστό.