ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Λεωνίδας Καβάκος εμπνέει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Ο Λεωνίδας Καβάκος εμπνέει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

Φεύγοντας από τη συναυλία που πραγματοποίησε στις 8 Μαρτίου η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Λεωνίδα Καβάκου στην πρώην αίθουσα Φίλων της Μουσικής, αναρωτιόταν κανείς πόσος καιρός έχει περάσει από τότε που το συγκεκριμένο σύνολο ήχησε τόσο καλά. Το σχόλιο δεν αφορά μόνο –ή τόσο– την ερμηνεία, όσο κατ’ αρχάς την ίδια την ποιότητα της απόδοσης, το γεγονός ότι, λόγου χάριν, από τα κόρνα δεν ξέφυγαν αδέσποτες νότες ή, ακόμα πιο σημαντικό, ότι τα έγχορδα, κυρίως βιολιά και τσέλα, είχαν συμπαγή, ομοιογενή ήχο. Εάν σε αυτά προστεθούν οι επιδόσεις μεμονωμένων μουσικών οι οποίοι συχνότατα διακρίνονται, όπως ο Νίκος Μάνδυλας (πρώτο βιολί) που υπήρξε εξαιρετικός, ο Γιάννης Οικονόμου (όμποε) ή ο Φρανκ Γκέοργκ Γιάρκε (φλάουτο), αλλά και ομάδες όπως τα τρομπόνια, είχε κανείς την αίσθηση μιας ξεχωριστής βραδιάς.

Προφανώς, όλα τα παραπάνω έχουν σημασία πρωτίστως όταν υπηρετούν έναν στόχο, εκφραστικό και αισθητικό, όπως φάνηκε να συμβαίνει στις 8 Μαρτίου. Το πρόγραμμα της συναυλίας περιελάμβανε έργα Μότσαρτ και Μπραμς, μουσική με την οποία ο Λεωνίδας Καβάκος είναι εμφανώς εξοικειωμένος. Οχι μόνο με το πρακτικό μέρος, αλλά πάνω απ’ όλα με το περιεχόμενο, την αισθητική, το ύφος. Η βραδιά ξεκίνησε με το τρίτο Κοντσέρτο για βιολί του Μότσαρτ, ένα από τα πλέον δημοφιλή έργα του συνθέτη. Το ερμήνευσε ο ίδιος ο Καβάκος, διευθύνοντας ταυτόχρονα το αριθμητικά εύστοχα περιορισμένο σύνολο. Ο ήχος του ήταν γλυκύς και σίγουρος, ο διάλογος με την ορχήστρα ισορροπημένος. Το χαμόγελο που έμοιαζε να διαφεύγει από το φωτεινό πρώτο μέρος, αντισταθμίστηκε από την εξαιρετική κομψότητα της ερμηνείας. 

Η κομψότητα, η απόδοση ενός απολλώνειου φωτός και η γαλήνη χαρακτήρισαν επίσης συνολικά την ερμηνεία του επόμενου έργου, της Συμφωνίας Κ.297 (αρ. 31, «του Παρισιού») του Μότσαρτ και ειδικότερα του δεύτερου μέρους της. Τα κόρνα αλλά και τα τύμπανα (Σπύρος Λάμπουρας) αξιοποιήθηκαν με εκφραστικό τρόπο, φωτίζοντας τη γραφή. Σπάνια έχει ακουστεί τέτοιος Μότσαρτ από την Κρατική, ταυτόχρονα ανάλαφρος και ουσιαστικός.

Η κορύφωση της βραδιάς ήρθε στο δεύτερο μέρος, κατά το οποίο ακούστηκε η πρώτη Συμφωνία του Μπραμς. Η ερμηνεία την ανέδειξε ως συνέχεια των συμφωνικών έργων του Μπετόβεν, προβάλλοντας ταυτόχρονα την ξεχωριστή ταυτότητα της δραματουργίας του Μπραμς. Το πάθος της μουσικής δεν δόθηκε πληθωρικά και άναρχα, αλλά όπως σαφώς (καθ)ορίζεται από τις αισθητικές αξίες του συνθέτη. Το τελευταίο μέρος ξεχώρισε για τον τρόπο με τον οποίο ο Καβάκος ανέδειξε τη σοβαρότητα, την επισημότητα και τη μεγαλοπρέπεια των βασικών θεμάτων, τόσο του σχετιζόμενου με την Ενάτη του Μπετόβεν, όσο και του επονομαζόμενου «του αλπικού κόρνου». Οι μουσικοί όχι μόνο δεν πρόδωσαν τις προθέσεις του, αλλά όπως ήδη σημειώθηκε, συνεργάστηκαν με τον καλύτερο τρόπο για ένα αποτέλεσμα σπάνιο στην ιστορία της ορχήστρας.