ΜΟΥΣΙΚΗ

Φως σε λιγότερο γνωστές σελίδες μουσικής του Φραντς Λιστ

Φως σε λιγότερο γνωστές σελίδες μουσικής του Φραντς Λιστ

Στην Ελλάδα η φαντασία και η ποικιλία των τραγουδιών του Φραντς Λιστ είναι γνωστή σε σχετικά περιορισμένο κοινό. Η εποχή μας μάλλον δεν ευνοεί τη μουσική του Ούγγρου συνθέτη, που συχνά αντιμετωπίζεται ως υπερβολικά φορτωμένη. Ταυτόχρονα, ανάλογα έργα Γερμανών συναδέλφων του, του 19ου αιώνα, παραμένουν περισσότερο προβεβλημένα.

Την ομορφιά των τραγουδιών του Λιστ αποκάλυψαν στο αθηναϊκό κοινό η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη και ο πιανίστας Δημήτρης Γιάκας κατά τη διάρκεια βραδιάς που πραγματοποιήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος», στο πλαίσιο κύκλου αφιερωμένου στη μουσική του συγκεκριμένου συνθέτη.

Για το πρώτο μέρος του προγράμματός τους οι δύο καλλιτέχνες επέλεξαν έξι τραγούδια, τέσσερα σε γερμανική γλώσσα και δύο σε γαλλική, αντιπροσωπευτικά δείγματα της τέχνης του Λιστ. Λόγου χάριν, οι «Τρεις Τσιγγάνοι», σε ποίηση του Λέναου, εκτός από αναφορά στην παραδοσιακή μουσική της πατρίδας του συνθέτη, ήταν περισσότερο μια εκτενής δραματική σκηνή, το διάσημο τραγούδι της Μινιόν από τα «Χρόνια μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γκαίτε, μελοποιημένο από δεκάδες διαφορετικούς συνθέτες, αποτελεί λυρική νοσταλγική αναπόληση της πατρίδας της ηρωίδας, ενώ το «Ω, καθώς κοιμάμαι», σε ποίηση Ουγκώ, είναι ένα τρυφερό ερωτικό όνειρο, μοναδικής γοητείας. Για την απόδοση της διαφορετικής αισθητικής και των διαφορετικών εντάσεων και συναισθημάτων των τραγουδιών, η υγιής, ωραία και ηχοχρωματικά πλούσια φωνή της Μαίρης-Ελεν Νέζη διαθέτει όλα τα όπλα.

Εμπειρη λυρική τραγουδίστρια, που διακρίνεται εξίσου στις έντονα δραματικές σκηνές όσο και στους εσωτερικούς μονολόγους, οι οποίοι βρίθουν στις όπερες της μπαρόκ εποχής στις οποίες αυτή διαπρέπει, κινήθηκε με άνεση τόσο στα κομμάτια που είχαν ανάγκη την περισσότερο θεατρική ερμηνεία όσο και σε εκείνα που αναδεικνύονταν μέσα από τη συναισθηματική εγκράτεια.

Εξαιρετικός συνοδός τραγουδιστών, ο Δημήτρης Γιάκας συνομιλούσε μουσικά μαζί της και μέσα από την πιανιστική συνοδεία προσδιόριζε τον τόνο και το ύφος κάθε τραγουδιού.

Η βραδιά εξελίχθηκε ακόμα πιο ικανοποιητικά στο δεύτερο μέρος, κατά το οποίο οι δύο μουσικοί ερμήνευσαν τις «Καλοκαιριάτικες νύχτες» του Εκτόρ Μπερλιόζ, στην αρχική τους γραφή για φωνή και πιάνο.

Ως ύφος και διάθεση, τα έξι τραγούδια σε ποίηση Θεόφιλου Γκοτιέ έμοιαζε να ταιριάζουν άριστα στο ταμπεραμέντο και στη θερμή φωνή της Νέζη. Η μουσικότητά της έκανε θαύματα καθώς οι φράσεις διαμορφώνονταν με μεγάλη πλαστικότητα, ενώ ο τονισμός χαρακτηριστικών λέξεων δεν στερούσε από τη μελωδική γραμμή τη ρευστότητά της.

Η εύπλαστη φωνή χειρίστηκε με ίδια άνεση τις έντονα δραματικές όσο και τις ανάλαφρες και τρυφερές σελίδες, περνώντας ομαλά από την πιο φωτεινή στην περισσότερο σκοτεινή διάθεση, όπως προσδιορίζονται από κείμενο και μουσική.

Κάθε τραγούδι είχε την ατμόσφαιρά του και όλα μαζί εντάσσονταν στην ίδια αισθητική.