ΜΟΥΣΙΚΗ

Παλιό, καλό, αλλά ποτέ το ίδιο

Παλιό, καλό, αλλά ποτέ το ίδιο

Οταν πηγαίνεις για να παρακολουθήσεις τους «Γάμους του Φίγκαρο», νομίζεις ότι ξέρεις τι θα δεις επειδή το αριστούργημα του Μότσαρτ είναι πασίγνωστο και πολυπαιγμένο. Οταν όμως τη σκηνοθεσία της παράστασης έχει αναλάβει ο Αλέξανδρος Ευκλείδης, τότε μάλλον θα ξαφνιαστείς: Ακόμη και το κλασικό κάνει μια μικρή στροφή στην κατεύθυνση του νεωτεριστικού, αλλά πάντα με λόγο και αιτία.

Παρακολουθώντας από τη σχεδόν γεμάτη πλατεία της Αίθουσας Σταύρος Νιάρχος της Ελληνικής Λυρικής Σκηνής αυτή την εντυπωσιακή παραγωγή, έχω την εντύπωση ότι ένα αεράκι από την Εναλλακτική Σκηνή φυσά στη μεγάλα σάλα. Και αυτό οφείλεται στον καλλιτεχνικό διευθυντή της Αλέξανδρο Ευκλείδη, μολονότι ο ίδιος λέει πως η σκηνοθεσία του εδώ υπήρξε αρκετά συμβατική. «Σκεφθήκαμε τους “Γάμους του Φίγκαρο” ως μια παραγωγή που απευθύνεται στον θεατή, ο οποίος έρχεται στην παράσταση χωρίς γνώσεις και προηγούμενη επαφή με την όπερα», λέει χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο της ομαδικής δουλειάς – συνδημιουργός του στην παράσταση είναι η Αγγέλα Σαρόγλου που υπογράφει τη δραματουργία. «Σε αυτό βοηθά και το συγκεκριμένο έργο που διαθέτει ρηξικέλευθο χαρακτήρα. Βεβαίως, είναι εύκολο να ταυτιστεί κανείς με την “αισθητική της δαντέλας” όταν δουλεύει με τα έργα ρεπερτορίου. Ομως η συγκεκριμένη όπερα διαθέτει αιχμές, και στην εποχή της ενόχλησε με πολιτικές και ταξικές αναφορές. “Οι Γάμοι του Φίγκαρο” είναι ένα έργο υποδειγματικά ανοικτό. Οντας απολύτως εγγεγραμμένο στην αισθητική και στις μουσικοθεατρικές τεχνικές της εποχής του, καταφέρνει την ίδια στιγμή να τις υπερβαίνει και να φτάνει ώς τις μέρες μας με νέα ερωτήματα για όσους ασχολούνται μαζί του. Είναι ένα έργο για τη ζωή με όλες τις αντιφάσεις της, γεγονός που εκφράζεται τόσο στο κείμενο όσο και στη μουσική».

Από τη στιγμή που σηκώνεται η αυλαία, το εντυπωσιακό σκηνικό μήκους 35 μέτρων –αναπαριστά 8 δωμάτια στο αρχοντικό του κόμη Αλμαβίβα που εναλλάσσονται με τη βοήθεια ενός θεατρικού τράβελινγκ– τραβά το βλέμμα. Τα σκηνικά του Γιάννη Κατρανίτσα, αυτό το καλαίσθητο «τρένο» εσωτερικού χώρου που τα «βαγόνια» του μετακινούνται διαρκώς, μας κάνει μάρτυρες της καθημερινότητας των χαρακτήρων. Τους παρακολουθούμε να κινούνται και να ενεργούν ακόμη κι αν τη δεδομένη στιγμή δεν πρωταγωνιστούν στην πλοκή. Στις περίπου τρεις ώρες που διαρκεί η παράσταση διατηρείται έτσι ένας ζωντανός θεατρικός ρυθμός, «και την ίδια στιγμή διευρύνεται το αφηγηματικό πλαίσιο του έργου και εξηγούνται καλύτερα τα κίνητρα των χαρακτήρων, σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η πλούσια (αλλά και περίπλοκη) μουσικοθεατρική χαρακτηρολογία του Μότσαρτ», λέει ο σκηνοθέτης. «Επιπλέον η παράλληλη αφήγηση μας υπενθυμίζει διαρκώς τις αναφορές στην ταξικότητα: οι ευγενείς και οι υπηρέτες τους διαφέρουν αλλά ταυτόχρονα συνυπάρχουν. Οι ιδιοφυώς ισότιμοι μουσικά χαρακτήρες των πρωταγωνιστών είναι σαν να μας λένε ότι η φύση των ανθρώπων είναι κοινή, και πως ό,τι τους διαχωρίζει είναι προϊόν κοινωνικής κατασκευής».

Vintage αισθητική

Λόγω μιας αλλαγής στον προγραμματισμό των παραστάσεων, οι «Γάμοι του Φίγκαρο» έκαναν μια ανεπίσημη πρεμιέρα με το καστ της δεύτερης διανομής. Ηταν στην πλειονότητά του νεανικό, ελαφρύ και πρόθυμο να ακολουθήσει τη σκηνοθετική γραμμή, μολονότι υπήρξαν κάποιες δυσκολίες στον μουσικό συγχρονισμό. Το εύρημα της συνύπαρξης στη σκηνή του πιανίστα στα ρετσιτατίβι (διαλογικά μέρη) δημιούργησε ένα συμπαγές οργανικό σύνολο, η δε επιλογή του vintage για τα σκηνικά και τα κουστούμια πρόσθεσε στην παράσταση ενδιαφέρουσες αισθητικές και πολιτιστικές αναφορές από τις δεκαετίες του ’50, το ’60 και του ’70.

​​«Οι Γάμοι του Φίγκαρο», Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος, ΕΛΣ. Εως 20/4.