ΜΟΥΣΙΚΗ

Ποιητικός Σοστακόβιτς από τη χαρισματική Γιούτζα Ουάνγκ

Ποιητικός Σοστακόβιτς από τη χαρισματική Γιούτζα Ουάνγκ

Η διάσημη Κινέζα πιανίστρια Γιούτζα Ουάνγκ εγκαινίασε στις 17 Ιουνίου τις βραδιές κλασικής μουσικής του Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο. Είναι γεγονός ότι χρωστάμε στον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο την επιστροφή της κλασικής μουσικής στο ρωμαϊκό ωδείο μετά την περίπου δεκαετή εξορία της από τον Γιώργο Λούκο. Φέτος, ειδικά, η προβολή του είδους περιλαμβάνει γιγαντοαφίσα στον σταθμό μετρό του Συντάγματος –ποιος θα το φανταζόταν– και αποδεικνύεται ιδιαίτερα αποτελεσματική, κρίνοντας από την πληρότητα, που στην περίπτωση του Καβάκου (22/6) υπήρξε ασφυκτική. Εχει ο καιρός γυρίσματα…

Η Γιούτζα Ουάνγκ, λοιπόν, επιβεβαίωσε τη φήμη της και για ακόμα μία φορά έκανε τα στερεότυπα ενάντια σε Ασιάτες καλλιτέχνες να ηχούν θλιβερά παρωχημένα. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη Ασιάτισσα που έχει παίξει στην Αθήνα έργα από τον πυρήνα του ρεπερτορίου της κλασικής μουσικής επιτυχέστερα από πολλούς, μα πάρα πολλούς δυτικούς καλλιτέχνες. Ασφαλώς δεν είναι συμπτωματικό ότι και τα τρία κομμάτια που επέλεξε να παίξει εκτός προγράμματος ήταν μεταγραφές από έργα φωνητικής μουσικής: ένα τραγούδι του Σούμπερτ, τον «Χορό των μακαρίων πνευμάτων» από την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Γκλουκ και μία άρια από την «Κάρμεν» του Μπιζέ. Οι δύο πρώτες είναι σελίδες εξόχως λυρικές και βαθύτατα ποιητικές, τις οποίες η Ουάνγκ απέδωσε με φράσεις ονειρεμένα δεμένες μεταξύ τους, με σπάνια πλαστικότητα και ευγένεια συναισθήματος. Η έλξη που ασκεί η φωνητική μουσική στην πιανίστρια αποτυπώνεται στην αισθητική των ερμηνειών της. Οχι τυχαία, κορυφαία στιγμή της βραδιάς ήταν το αργό μέρος από το δεύτερο Κοντσέρτο για πιάνο του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, που προηγήθηκε και το οποίο σπάνια έχει ακουστεί με παρόμοια τρυφερότητα. Το απόσπασμα από την «Κάρμεν», πάλι, διέθετε τη φλόγα και την ακρίβεια που χαρακτήρισαν τα δύο ζωηρά μέρη του Κοντσέρτου. Σε συνδυασμό με έναν ήχο με απίστευτη αυτοπεποίθηση και ανάλογα εντυπωσιακό μέγεθος, η Ουάνγκ εγγυήθηκε μία από τις συναρπαστικότερες ερμηνείες του συγκεκριμένου έργου που έχει ακούσει η Αθήνα.

Βεβαίως, κάποια έργα απαιτούν επιπλέον αίσθηση πολύ ιδιαίτερη, η οποία βρίσκεται πέρα από τη μουσικότητα. Σε αυτά ανήκει η περίφημη «Ραψωδία» του Γκέρσουιν, η οποία στα ελληνικά έχει ανεπιτυχώς μεταφραστεί «γαλάζια», καθώς το «blue» δεν αναφέρεται στο χρώμα αλλά στη διάθεση και τις πεντατονικές μουσικές κλίμακες των μπλουζ. Η Ουάνγκ την ερμήνευσε άριστα, πλην όμως χωρίς τον ερωτισμό και την τελείως ιδιαίτερη σαγήνη, που ξεφεύγει περιγραφής.

Με τον ίδιο τρόπο ξέφυγε από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λουξεμβούργου, η οποία τη συνόδευε, το παράφορο πάθος της μουσικής του Τσαϊκόφσκι: υπό τη διεύθυνση του Γουσταύου Χίμενο, η συμφωνική «Τρικυμία» του Ρώσου ήχησε σχεδόν ανώδυνη και σχολαστική. Πολύ επιτυχέστερα δόθηκε η δεύτερη Σουίτα από το μπαλέτο «Το πουλί της φωτιάς» του Στραβίνσκι, καθώς ο Ισπανός αρχιμουσικός ανέδειξε το πάθος και τη δύναμη του «Διαβολικού χορού του Κοσέι», αλλά κυρίως τον λυρισμό του «Νανουρίσματος», που ακολουθεί, μάλιστα παρότι από τη γραφή απουσιάζει οιοδήποτε στοιχείο μελωδικότητας.