ΜΟΥΣΙΚΗ

«Ενάτη» του Μπετόβεν με συμβολική αξία από τον Μούτι

ravenna

Μετά τον Γιο-Γιο Μα, ο οποίος μέσα από την αθηναϊκή συναυλία του στο πλαίσιο παγκόσμιας περιοδείας θέλησε να υπογραμμίσει τη δύναμη της μουσικής να ενώνει ανθρώπους σε διαφορετικούς τόπους αλλά και στη διαχρονία, ήρθε η σειρά του Ρικάρντο Μούτι να προβάλει με τον δικό του τρόπο το ίδιο μήνυμα. Στις 9 Ιουλίου στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού ερμήνευσε την Ενάτη του Μπετόβεν, κατεξοχήν σύμβολο αδελφοσύνης ανάμεσα στους λαούς, διευθύνοντας τη δική του Ορχήστρα Νέων Λουίτζι Κερουμπίνι μαζί με μουσικούς από ελληνικά συμφωνικά σύνολα, τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Ελληνική Συμφωνική Ορχήστρα Νέων, την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ, τη Φιλαρμονική και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Δήμου Αθηναίων. Μαζί τους η χορωδία Κοστάντσο Πόρτα, όπως επίσης οι Χορωδίες του Δήμου Αθηναίων και της ΕΡΤ.

Από μόνη της η απαρίθμηση των παραπάνω φανερώνει την απόλυτη δυσκολία του εγχειρήματος. Με ελάχιστες δοκιμές, μουσικοί από τόσα διαφορετικά σύνολα όφειλαν να συντονιστούν και να παίξουν αρμονικά μαζί και μάλιστα στο Ηρώδειο, το οποίο λόγω της ακουστικής του δεν διευκολύνει τον συντονισμό μεταξύ των μουσικών. Με αυτά τα δεδομένα δεν περίμενε κανείς κάποιο θαύμα. Προφανώς ούτε ο ίδιος ο Μούτι, ο οποίος από το 1997 με παρόμοιες συναυλίες στοχεύει κυρίως στο συμβολικό επίπεδο: το επιβεβαίωσε ο ίδιος στο τέλος, για όσους δεν κατάλαβαν, μιλώντας στο κοινό για τις κοιτίδες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, την Ελλάδα και την Ιταλία…

Ετσι, λοιπόν, ο αστέρας αρχιμουσικός διηύθυνε μία Ενάτη η οποία ερμηνευτικά δεν ξεχώρισε σε κανένα σημείο για την πρωτοτυπία, τη φαντασία ή τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της. Ολα ήταν καλομετρημένα και στη θέση τους, το ένα μουσικό εδάφιο διαδεχόταν το άλλο χωρίς διαφοροποίηση ως προς ταχύτητες ή δυναμική, χωρίς καν να επιχειρηθεί η πλαστικότητα των φράσεων. Μονάχα σημειακά, όπως στην κατάληξη του δεύτερου μέρους ή κατά την κορύφωση του χορωδιακού τέταρτου, ένιωθε κανείς τη φλόγα και το νεύρο της εποχής και των ερμηνειών που ανέδειξαν τον Μούτι σε αστέρα πρώτου μεγέθους. Σαν ένα είδος μονογραφής, αρκετά κουρασμένης, όμως.

Με αυτό το δεδομένο ορχήστρα και χορωδία παρέμειναν συντονισμένες, και αυτό από μόνο του υπήρξε άθλος, τόσο λόγω του αριθμού των συμμετεχόντων, όσο και λόγω της ακουστικής του συγκεκριμένου χώρου. Προφανώς δεν αποφεύχθηκαν μεμονωμένες αστοχίες, από συνήθεις υπόπτους στα πνευστά, αλλά και καλές συνεισφορές, όπως από τον Σπύρο Κοντό στο όμποε, ιδιαίτερα στον διάλογό του με τον βαθύφωνο, στο σόλο του τελευταίου, στο τέταρτο μέρος του έργου.

Το κουαρτέτο των μονωδών –Μαρία Μούντρια, Αναστασία Μποντιρέβα, Λουτσάνο Γκάντσι, Ευγκένι Σταβίνσκι– ήταν επαρκές και κυρίως διέθετε ισχυρές φωνές, οι οποίες ακούγονταν χωρίς δυσκολία στον ανοιχτό χώρο. Και πάλι, δεν περίμενε κανείς εκλεπτύνσεις, όπως τη χαμηλόφωνη απόδοση της εκτεθειμένης κορυφαίας νότας από την υψίφωνο, η οποία δεδομένων των συνθηκών θα ήταν ίσως περιττό ρίσκο. Αρκούσε που η απαιτητική γραφή του Μπετόβεν ακούστηκε καθαρά και το μήνυμα –του Μπετόβεν και του Μούτι–βρήκε αποδέκτη.