ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Κουρεντζής διευθύνει με επιτυχία την «Τρίστια» του Ερσάν

hersant

Ηταν η καλύτερη εμφάνιση του Θεόδωρου Κουρεντζή στην Αθήνα. Οχι επειδή η προσέγγισή του διαφοροποιήθηκε σε σχέση με προηγούμενες φορές, αλλά επειδή τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις ερμηνείες του ταίριαξαν άριστα στο συγκεκριμένο έργο, το οποίο άλλωστε είναι παραγγελία του ιδίου. Ο λόγος για τη χορωδιακή σύνθεση «Τρίστια» του Γάλλου συνθέτη Φιλίπ Ερσάν, η οποία ακούστηκε στην πρώην αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», στις 11 Νοεμβρίου, από μέλη της ορχήστρας musicAeterna και την ομώνυμη χορωδία.

Το έργο είναι ατμοσφαιρικό και μουσικά ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Βασίζεται σε προγενέστερη σύνθεση του Ερσάν, αποτελούμενη από μελοποιημένα ποιήματα κρατουμένων ποινικού δικαίου που έζησαν ή ζουν ακόμα στις φυλακές του Κλερβό στη Γαλλία. Για τον Κουρεντζή ο συνθέτης επέκτεινε το έργο, μελοποιώντας επίσης ποίηση Ρώσων πολιτικών κρατουμένων κυρίως από παλαιότερες εποχές, αξιοποιώντας επιπλέον στίχους δύο σημαντικών Ρώσων ποιητών, του Μαντελστάμ και του Σαλάμοφ. Με δυο λόγια, ένα μάλλον ετερόκλητο υλικό, το οποίο όμως οργανώθηκε με έξυπνο τρόπο σε έξι κύκλους. Ο Ερσάν δεν είναι ο πρώτος που μελοποιεί ποίηση φυλακισμένων από διαφορετικούς κόσμους. Σε δύστηνους καιρούς (1938-41) ο Λουίτζι Νταλαπίκολα συνέθεσε τα «Τραγούδια της φυλακής», φέρνοντας σε διάλογο μία προσευχή της Μαρίας Στιούαρτ, ένα απόσπασμα από την «Παραμυθία της φιλοσοφίας» του Βοήθιου και τον ημιτελή «Στοχασμό» του Σαβοναρόλα στον ψαλμό «Η ελπίδα μου βρίσκεται σε σένα». Στην περίπτωση του Ερσάν, όμως, για τους σκοπούς ενός έντονα συγκινησιακού μουσικού έργου τέχνης μοιάζει να παρακάμπτεται ένα κρίσιμο ηθικό ερώτημα, δηλαδή η δίχως διάκριση «χριστιανική» άφεση ανθρώπων στους οποίους έχει αφαιρεθεί η ελευθερία επειδή προηγουμένως αυτοί είχαν αφαιρέσει τη ζωή άλλων. Αντιφατικός ανθρωπισμός.

Στην «Τρίστια» ενοποιητικό στοιχείο είναι η μουσική, η οποία άντλησε με ευρηματικό τρόπο από διαφορετικές παραδόσεις. Για τα γαλλικά τραγούδια η προφανής αναφορά ήταν η μεσαιωνική πολυφωνική μουσική και η μουσική των τρουβέρων. Για τα ρωσικά ανέτρεχε στην παραδοσιακή μουσική αλλά και στη σχετικά πρόσφατη χρήση της σε έντεχνα έργα όπως η όπερα «Νεκρές ψυχές» του Σεντρίν (1977). Η «Τρίστια» μοιάζει εξίσου να δίνει συνέχεια στην ατμοσφαιρική διάθεση των συνθέσεων του «ιερού μινιμαλισμού», έργων με μεταφυσικές ανησυχίες συνθετών από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες. Οργανα συμφωνικής ορχήστρας αλλά και λαϊκά, όπως το ακορντεόν ή ακόμα και το σήμαντρο με προφανείς αναφορές, συνόδευαν μία ή περισσότερες φωνές από κόντρα τενόρους έως βαθύφωνους σε διάφορους συνδυασμούς.  Ολα αυτά βοούν για θεατρική αντιμετώπιση και ακριβώς αυτό προσφέρθηκε. Στη σκηνή της μεγάλης αίθουσας του Μεγάρου δεν ακούστηκε απλώς ένα ενδιαφέρον χορωδιακό έργο, αλλά παραστάθηκε ένα εξαιρετικό θέαμα με υποβλητικούς φωτισμούς, διαρκή κίνηση των χορωδών οι οποίοι κατέβηκαν και στην πλατεία, ενώ μεμονωμένοι μουσικοί έπαιζαν διάσπαρτοι στην αίθουσα. Κι όπως πάντα στην περίπτωση του Κουρεντζή, το μουσικό μέρος υπήρξε εξαιρετικά προετοιμασμένο ακόμα και στην παραμικρή του λεπτομέρεια.