ΜΟΥΣΙΚΗ

Ελληνικά «Κατά Ιωάννη Πάθη»

Ελληνικά «Κατά Ιωάννη Πάθη»

Μεγάλη Δευτέρα, 14 Απριλίου, η Καμεράτα παρουσίασε στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» τα «Κατά Ιωάννη Πάθη» του Ι. Σ. Μπαχ. Σημειώνει κανείς κατ’ αρχάς ότι ένα έργο όπως το συγκεκριμένο, που ανήκει στον πυρήνα μιας θρησκευτικής, ερμηνευτικής και μουσικής παράδοσης με την οποία οι Ελληνες μουσικοί δεν έχουν μεγάλη εξοικείωση, παρουσιάστηκε σχεδόν αποκλειστικά από εγχώριες μουσικές δυνάμεις. Το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να μιλήσει για τη συναυλία με αξιώσεις, αποτιμώντας το αποτέλεσμα και επιχειρώντας συγκρίσεις, αποτελεί από μόνο του θετικό γεγονός, αδιανόητο πριν από μερικά χρόνια.

Αναμφίβολα, η σχετικά πρόσφατη εξοικείωση των νεότερων μουσικών με το μπαρόκ έχει αποφέρει θετικά αποτελέσματα. Υπό τη διεύθυνση του τσεμπαλίστα Μάρκελλου Χρυσικόπουλου ο ήχος της Καμεράτας διέθετε το αναμενόμενο δέσιμο και τη γλυκύτητα που απαιτούν τα περισσότερα μέρη του έργου, κυρίως τα χορωδιακά αλλά και ορισμένες άριες. Το έργο θα ωφελείτο από μία ερμηνεία λιγότερο συναυλιακή, με μεγαλύτερη θεατρικότητα. Εντονότερη διαφοροποίηση ανάμεσα στα διαδοχικά μέρη θα προσέθετε πλαστικότητα στο αποτέλεσμα.

Για τη μουσικότητα, την ευγένεια και την εκφραστικότητά τους ξεχώρισαν ιδιαίτερα τα όργανα του συνεχούς βάσιμου, ο Ιάσων Ιωάννου (τσέλο) και ο Δημήτρης Τίγκας (βιολόνε), αλλά επίσης οι Ανδρέας Λινός (βιόλα ντα γκάμπα) και Ιάσων Μαρμαράς (τσέμπαλο και ποζιτίφ). Μεμονωμένες αστοχίες στον συντονισμό εγχόρδων ή πνευστών ίσως επιλύονταν με περισσότερες δοκιμές.

Τον Ευαγγελιστή απέδωσε με εκφραστικότητα και υγιή φωνή ο τενόρος Τζέισον Νταρνέλ, αναδεικνύοντας τις μεταπτώσεις του κειμένου. Θαυμάσια υπήρξε ακόμα μία φορά η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη, με φωνή καθαρή και φωτεινή, ευγένεια ύφους και αντίληψη της αισθητικής της μουσικής. Πάντοτε μουσικότατη η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη απέδωσε μουσική γραμμένη για τη χαμηλότερη περιοχή της φωνής της. Ιδιαίτερα εκτιμήθηκε η ωραία, ηχηρή φωνή του βαθύφωνου Πέτρου Μαγουλά, ενώ τα μέρη του τενόρου απέδωσε με ακρίβεια ο Βασίλης Καβάγιας. Η επιλογή του βαθύφωνου Τομπίας Σλιρφ ήταν ατυχής.

Η οκταμελής χορωδία γινόταν δωδεκαμελής όταν ενισχυόταν από τους τέσσερις σολίστες. Η αριθμητικά περιορισμένη ομάδα τραγουδιστών παρατεταγμένων σε σειρά διέθετε μεν ευκινησία, αλλά δεν συνιστούσε σύνολο με ηχητικό όγκο και ομοιογένεια, καθώς κάθε φωνή παρέμενε διακριτή. Μερική συνέπεια αυτού ήταν επίσης η περιορισμένη ευκρίνεια της άρθρωσης.