ΜΟΥΣΙΚΗ

Οταν η Beyoncé γύρισε την πλάτη στο δισκογραφικό μάρκετινγκ

Οταν η Beyoncé γύρισε την πλάτη στο δισκογραφικό μάρκετινγκ

Χωρίς την παραμικρή φήμη ότι κάτι σπουδαίο μαγειρεύεται, χωρίς singles προαγγέλους, χωρίς teasers, χωρίς μεγάλες υποσχέσεις και εκκωφαντικές τυμπανοκρουσίες, η Beyoncé (όπως έκαναν νωρίτερα οι David Bowie και My Bloody Valentine) απλώς ανέβασε την καινούργια της δουλειά στο iTunes. Η μεγάλη ντίβα της ποπ αγνοεί την πεπατημένη για την επιτυχία που ορίζει το σύγχρονο δισκογραφικό marketing («All these record labels boring/I don’t trust these record labels, I’m torn» τραγουδά στο καινούργιο «Haunted») και επιτρέπει στο κοινό της να έχει τη χαρά να την ανακαλύψει χωρίς κάποια επίμονη κατεύθυνση.

Ποντάρει σε δύο υπερ-ατού: στην αψεγάδιαστη εικόνα της, την εικόνα ενός πάντα λαμπερού ειδώλου –οι σέξι προκλήσεις της ήταν στα όρια του επιτρεπτού, οι εμφανίσεις της εντυπωσίαζαν χωρίς να σοκάρουν– και στην πολύ καλή μουσική. Αφού επανένωσε τις Destiny’s Child για κάποιες συλλεκτικές στιγμές και αφού πέρασε την περασμένη χρονιά γυρίζοντας τον πλανήτη με την παγκόσμια «Mrs. Carter Show» περιοδεία της (θα ολοκληρωθεί τον Μάρτιο του 2014), η 32χρονη Beyoncé Knowles, με μια απλή ανακοίνωση στο instagram, κυκλοφόρησε το πέμπτο στούντιο άλμπουμ της με τίτλο «Beyoncé». Το όνομα του δίσκου προσωποκεντρικό και λιτό όπως και το εξώφυλλό του: τα λίγα γράμματα σε μαύρο φόντο, ίσως το πιο απλό εξώφυλλο στην ιστορία της RnB.

Υπερπαραγωγή

Το «Beyoncé» έρχεται τέσσερα και κάτι χρόνια μετά εκείνη την αλησμόνητη εμφάνισή της στην Αθήνα (ήταν Σεπτέμβριος του 2009 όταν το μπασκετικό ΟΑΚΑ δονούνταν από τη RnB της ντίβας και τις τσιρίδες του κοινού) για την προώθηση του «I am… Sasha Fierce» (2008) και δύο χρόνια με το «4», και συμπεριλαμβάνει 14 καινούργια τραγούδια και 17 βιντεοκλίπ που γυρίστηκαν σε διάφορα μέρη του πλανήτη (Νέα Υόρκη, Χιούστον, Παρίσι, Σίδνεϊ, Ρίο ντε Τζανέιρο) κατά τη διάρκεια της «Mrs. Carter Show» περιοδείας. Στην παραγωγή συμμετείχε ένα εξαίρετο πλήρωμα παραγωγών, ικανότατων να δημιουργούν χιτάκια, όπως οι Pharrel Williams, Timbaland, The-Dream και Justin Timberlake. Και αυτό που παρουσιάζεται είναι ένα οικεία μελωδικό και «επιστημονικά» δουλεμένο κράμα nu-soul και ηλεκτρονικής RnB. Χωρίς ακρότητες, χωρίς παράταιρες ακροβασίες, με ομαλή και κλιμακωτή ροή, το «Beyoncé» είναι μια κομψότατα ηχογραφημένη περιήγηση στις πτυχές της καλλιτέχνιδος. Οσο ο δίσκος κυλάει τη νιώθουμε ερωτευμένη, δυναμική και μοιραία, ορεξάτη ή θλιμμένη, και την ακούμε να τραγουδά με καρδιά. Στο «Pretty Hurts» τη συναντάμε εγκλωβισμένη σε ένα όμορφο καλούπι («Pretty hurts, we shine the light on whatever’s worst/We try to fix something but you can’t fix what you can’t see/It’s the soul that needs the surgery), την ακούμε ως μικρό κορίτσι που κερδίζει τον διαγωνισμό στο «Haunted» και κατόπιν να νιώθει κυνηγημένη, τη βλέπουμε στο «Flowless» να ανακατεύει τα λόγια μιας λαμπερής διασημότητας με έναν φεμινιστικό λόγο από τη Νιγηριανή συγγραφέα Chimamanda Ngozi Adichie. Και διακρίνουμε τη σκιά του καλού της, του ράπερ Jay Z, οποίος συμμετέχει στο «Drunk in Love», μια άτυπη συνέχεια του «Crazy in Love» του 2003.

Η Beyoncé, λοιπόν, παραδίδοντας τη νέα της δουλειά στο κοινό σε ανυποψίαστο χρόνο, ξαφνιάζει ευχάριστα. Εχοντας γύρω της ένα καστ από χρυσοχέρηδες μουσικούς, πείθει πως μπορεί να ερμηνεύει με σαγηνευτικό τρόπο και ότι δεν χρειάζεται φανφάρες για να τραβήξει τα βλέμματα πάνω της.