ΜΟΥΣΙΚΗ

Μελωδίες και ήχοι της «Μητέρας Γης»

Μελωδίες και ήχοι της «Μητέρας Γης»

Δεν είναι δύσκολο να απολαύσει κανείς την έκθεση της Cité de la Musique που είναι αφιερωμένη στη «Μεγάλη Μαύρη Μουσική» (Great Black Music). Καθ’ όλη τη διάρκειά της, θα περιπλανηθούμε σε έξι αίθουσες, εξοπλισμένοι μ’ ένα ειδικά κατασκευασμένο smartphone και ακουστικά, διαλέγοντας μέχρι 11 ώρες μουσικής από την αφρικανική διασπορά. Η μόνη προϋπόθεση είναι να αποδεχθούμε ότι οι δημιουργοί της έκθεσης παρέμειναν σε μια απολιτική επιφάνεια, επιλέγοντας συνειδητά να μη σταθούν στην αιματοβαμμένη μουσική και πολιτική ιστορία της αφρικανικής ηπείρου. Εγώ δεν το πολυκατάφερα.

Προμηθεύεσαι δωρεάν το smartphone και τα ακουστικά – κι εκεί τελειώνει και η όποια διάδραση μπορεί να είχες με τους υπόλοιπους επισκέπτες. Από εδώ και πέρα είσαι βυθισμένος στις υπέροχες μουσικές για τουλάχιστον δύο ώρες. Αν και ήρθα στην έκθεση με τη φίλη μου την Κολέτ, δεν θα την ξαναδώ παρά μόνο στο τέλος της. Μήπως όμως έτσι ξεχνάμε την κοινωνική πλευρά της μουσικής ακρόασης;

Οπως και να ’χει, περνάμε σε μια πρώτη αίθουσα, όπου φωτεινές οθόνες παρουσιάζουν πεντάλεπτες βιογραφίες μεγάλων μουσικών μέσα από τραγούδια και βίντεο με εμφανίσεις τους. Σαν το βάπτισμα του πυρός, μπορούμε να πάρουμε μια γεύση μεταξύ άλλων από Bob Marley, Fela Kuti, Miles Davis, Youssou N’Dour, Billie Holiday, Aretha Franklin, Elvis Priesley, Michael Jackson.

Γενέτειρα της ανθρωπότητας και των αρχαίων πολιτισμών, η Αφρική έχει θεωρηθεί η «Μητέρα Γη». Σύμφωνα με τους θρύλους των σκλάβων του Νέου Κόσμου, πρόκειται για ένα μυθικό μέρος όπου οι ψυχές επιστρέφουν μετά θάνατον. Πετώντας από πάνω της τη δυτικοκεντρική θεώρηση της Ιστορίας, η έκθεση μας δείχνει συναυλίες γύρω από την κουβανική σαντερία ή το μαροκινό τύμπανο. Στην επόμενη αίθουσα, η έκθεση μας θυμίζει πώς οι σκλάβοι έφυγαν από την πατρίδα τους απογυμνωμένοι από την κουλτούρα τους – είχαν μόνο τη θρησκεία, τη μουσική και τον χορό για να θυμούνται τις ρίζες τους. Δεν είμαστε όμως εδώ για να μιλήσουμε, π.χ., για το απαρτχάιντ, μοιάζει να μας λένε οι διοργανωτές, αφού οι μουσικές εναλλάσσονται πολύ γρήγορα για να εμβαθύνουμε τη σκέψη μας.

Σε ρυθμό ραπ

Λένε ότι η τζαζ είναι η κλασική μουσική της Αμερικής. Αυτή είναι η θεματική της επόμενης αίθουσας, που μιλάει για τη διασπορά του αφρικανικού ήχου και τον εμποτισμό της σύγχρονης μουσικής: από τη τζαζ στη σάμπα και από το bluesgrass στη ραπ. Αν και πλήρης μουσικά, η έκθεση θα δώσει λίγη σημασία στο χιπ χοπ και τους συμβολισμούς του και θα εξαιρέσει τους μεγάλους Αμερικανούς ντιτζέι από το ’90 ώς και σήμερα. Θα δούμε ακόμα μερικά αφρικανικά όργανα και θα μπορέσουμε να συνθέσουμε τον δικό μας ραπ ρυθμό.

Η Cité de la Musique έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια μερικές καταπληκτικές εκθέσεις, από τον Μπομπ Ντίλαν έως την πανκ κουλτούρα, τον George Brassens και τη νομοτελειακή σχέση μουσικής και κινηματογράφου. Και από την άλλη, ζώντας στο Παρίσι, έχω μάθει να παρακολουθώ πολιτιστικά δρώμενα γύρω από καυτά ή σοβαρά ζητήματα χωρίς την αίσθηση ότι μου χαϊδεύουν τ’ αυτιά (Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, «Η Τέχνη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου»). Αν η τρέχουσα έκθεση περιέχει την πλέον πλουσιότερη οπτικοακουστική συλλογή, είναι χωρίς αμφιβολία και μια αρκετά αφελής παρουσίαση ενός συναρπαστικού κόσμου. Απόδειξη της γκετοποίησης των μαύρων από τη μέινστριμ γαλλική κουλτούρα; Ολοι οι επισκέπτες γύρω μου είναι λευκοί. Ακόμη κι αν ξεπεράσουμε τον τίτλο της έκθεσης «Μεγάλη Μαύρη Μουσική» –κάτι που η εφημερίδα Le Monde αρνείται να κάνει– μιλάμε ακόμη για μια Γαλλία που περιθωριοποιεί τους ξένους, γκετοποιεί τους μαύρους και αναφέρεται σπάνια στο Ολοκαύτωμα. Στόχος μας δεν είναι να πολιτικοποιήσουμε το περιεχόμενο της έκθεσης, λέει σε κάθε ευκαιρία ο δημιουργός της, Marc Benaiche. Η έκθεση, κατά τον ίδιο, δεν δημιούργησε έχθρες ούτε στο Ντακάρ, όπου πρωτοπαρουσιάστηκε το 2010. Και το αποδεχόμαστε – αλλά το ερώτημα παραμένει: πώς γίνεται οι ήχοι της συλλογικής συνείδησης μιας κατατρεγμένης φυλής να αντιμετωπίζονται τόσο επιφανειακά; Αν αφιερώνουμε τρεις ώρες (και 9 ευρώ) σε μια έκθεση είναι για να ξύσουμε λίγο αυτήν την επιφάνεια – αλλιώς θα πηγαίναμε σε μια συναυλία.

Και διαδικτυακά

Οπως και να ’χει, για όση ώρα βρισκόμαστε εκεί με τη φίλη μου την Κολέτ, λικνιζόμαστε ρυθμικά και υποσχόμαστε να επιστρέψουμε, κάτι που μάλλον δεν θα συμβεί. Γιατί και το οπτικό υλικό μπορώ να παρακολουθήσω διαδικτυακά και τις μουσικές να τις ακούσω στον ειδικό χώρο που μου παραχωρεί η Cité ως επισκέπτη της έκθεσης. «Δεν θέλαμε να εξηγήσουμε μονοδιάστατα αλλά να διερωτηθούμε για την κληρονομιά της μαύρης μουσικής», επιμένουν οι διοργανωτές. Είμαι τόσο αδαής ώστε να θέλω σίγουρες απαντήσεις; «Εγώ πέρασα φανταστικά», συνεχίζει προκλητικά η Κολέτ που έχει αρχίσει να εκνευρίζεται με την υπερανάλυση.

Great Black Music, Cité de la Musique, 221 Avenue Jean Jaurès, 75019 Paris. Τρίτη-Σάββατο, 5-9 ευρώ. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 24 Αυγούστου.