ΜΟΥΣΙΚΗ

Οι Portishead ανέβηκαν στον θρόνο της Trip Hop

3108kt10music

Το μέρος φάνταζε ιδανικό, τα ονόματα που αποτελούσαν το line up μάς προδιέθεταν ευχάριστα, μια καλή αφορμή να πάμε ώς εκεί, και, αφού είπαμε με βαριά καρδιά «όχι» στο Primavera της Βαρκελώνης, βρεθήκαμε στο Σεν Μαλό, στη Βρετάνη, για το La Route Du Rock, ένα μικρού βεληνεκούς τριήμερο μουσικό φεστιβάλ που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Αυγούστου. Τα προεόρτια κάθε μέρας, συναυλίες, εκδηλώσεις και DJ set, γίνονταν τα απογεύματα στην παραλία του Σεν Μαλό –βουτιές μετά μουσικής–, αλλά το κυρίως φεστιβάλ ήταν έξω από την πόλη, σε ένα μεσαιωνικό κάστρο, εκεί όπου βρέθηκαν κοντά 15.000 φεστιβαλιζόμενοι, εκεί όπου εκτός από μουσική και χορό, εκτός από άφθονη μπίρα, έρρεαν και κρασί και σαμπάνια.

Στις δύο σκηνές ανέβηκαν τα περίπου τριάντα ονόματα που συμπλήρωσαν ένα διαφόρων ήχων και αισθητικής ψηφιδωτό. Ο αεικίνητος Caribou έδωσε μια μικρή γεύση από την αναμενόμενη δουλειά του και η Angel Olsen χάρισε ιδιαίτερες φολκ στιγμές. Οι νεοσσοί Temples ήταν μια ευχάριστη έκπληξη και η κιθαριστική τους ψυχεδέλεια δεν είχε ξαναβρεί μεγαλύτερο κοινό. Ο παλαβός Mac De Marco με τα καμώματα, τις χοντράδες και τον ευχάριστο δίσκο του Salad Days ήταν η πιο χαρούμενη στιγμή του φεστιβάλ, για να ακολουθήσει ο Baxter Dury, ένα κράμα Οσκαρ Ουάιλντ, Monty Python και ποπ ήχου.

Οσο περνούσε η ώρα και έφτανε η νύχτα, η ατμόσφαιρα γινόταν πιο ηλεκτρισμένη, πιο χορευτική, με λάπτοπ και μείκτες, μπιτ και λούπες και ονόματα όπως οι Darkside, που είδαμε και στο Ejeckt και άφησαν θετικό απόηχο, οι Moderat με μια μίνιμαλ τέκνο, ο Jamie XX, του σχήματος των XX, και ο Todd Terje με τον πολύ καλό δίσκο «Album Time». Και πυροδοτούσαν ένα διονυσιακό ξεφάντωμα στο όριο της ευπρέπειας, ένα ατελείωτο, ακούραστο μεθυστικό γαϊτανάκι που συνοδευόταν από ουσίες και οινοπνεύματα. Ολα αυτά όμως, ακόμη και στο σύνολό τους, φαντάζουν λίγα δίπλα στο λάιβ του συγκροτήματος από το Μπρίστολ.

Το απρόσωπο playlist σταμάτησε. Ενα γαλαζωπό φως έλουσε τη σκηνή. Ακούστηκαν λέξεις στα πορτογαλικά, ήταν η αρχή του «Silence». Το συγκρότημα εμφανίστηκε. Κι εκεί ξεχάσαμε. Ξεχάσαμε τη βροχή που μας είχε μουλιάσει, τον γεμάτο λάσπες χώρο του φεστιβάλ σε σημείο που αναγκαστήκαμε να αγοράσουμε γαλότσες, το κρύο της καλοκαιρινής βόρειας Γαλλίας που μας έπιασε απροετοίμαστους, τα χιλιόμετρα που διανύσαμε, το σημείο όπου βρισκόμασταν, την κόπωση. Ξεχάσαμε όσα προηγήθηκαν, αδιαφορήσαμε για όσα θα ακολουθούσαν. Συνειδητοποιήσαμε τον λόγο για τον οποίο κάναμε αυτό το ταξίδι. Ηταν οι Portishead. Εκείνη τη μία ώρα και σαράντα λεπτά ήταν οι Portishead κι εμείς: νεαροί, μεγαλύτεροι, ηλικιωμένοι, κάποιοι κρατούσαν αγκαλιά τα παιδιά τους. Τα μάτια καρφωμένα στη σκηνή, μ’ επίγνωση ότι θα βρεθούμε μπροστά σε κάτι μεγάλο. Μουσική και μία φωνή. Με τον Αντριαν Ατλεϊ να είναι ο μαέστρος. Καλοντυμένος, σοβαρός και προσηλωμένος στην κιθάρα του. Ενας μεγάλος μουσικός που δεν έχει ανάγκη από θεατρινισμούς.

Η φωνή της Μπεθ Γκίμπονς: πρωθιέρεια που ακτινοβολούσε παρά τη λιτή της εμφάνιση: τζιν παντελόνι και τζάκετ, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς περίτεχνα χτενίσματα. Μια γυναίκα οικεία. Η χροιά της, νοσταλγική και γλυκιά, αντήχησε στα εσώψυχά μας, σαν Σειρήνα μας μάγεψε δίχως έλεος – όταν κάθισε σε σκαμπό και έγειρε στον μπασίστα για να σιγοτραγουδήσει το «Wandering Star», «Wandering stars, for whom it is reserved/The blackness of darkness forever», επικράτησε νεκρική σιγή, «κιχ» δεν βγάλαμε. Εκεί ήταν όλα τα τραγούδια με τα οποία μας αρέσει να μελαγχολούμε, τραγούδια τα οποία έγιναν ο ήχος της θλίψης μας, το σκιερό μας καταφύγιο. Glory box και «Give a reason to love you», Sour times και «Cause nobody loves me / It’s true / No like you do», Machine gun και αυτά τα εκκωφαντικά ηλεκτρικά χτυπήματα, κάθε κομμάτι, στολισμένο με το μεγαλείο της συνθετικής απλότητας, σήμαινε εκρήξεις. Ακούγαμε σε απόλυτη προσήλωση. Μείναμε ναρκωμένοι από αυτό που ξεδιπλωνόταν μπροστά μας, μέχρι τέλους.

Στον αποχαιρετισμό, η Μπεθ Γκίμπονς, με χαμόγελο που ακτινοβολούσε, κατέβηκε στο κοινό και αντάλλαξε κάποιες χειραψίες, φάνηκε να το κάνει από καρδιάς. Μου έσφιξε το χέρι κι ένιωσα να ανατριχιάζω, ένας ηλεκτρισμός με διαπέρασε, έγινα παιδί, ένα παιδί που βρίσκεται μπροστά στο ίνδαλμά του, την κράτησα όσο πιο πολύ μπορούσα.

Εκείνη τη στιγμή είπα ότι αυτή ήταν η πιο όμορφη συναυλία που έχω δει ποτέ. Εντάξει, μπορεί και να μην ήταν. Σίγουρα όμως οι Portishead στρογγυλοκάθισαν στον θρόνο της Trip Hop. Δίπλα τους, πόσο λίγος φάνηκε ο Tricky σε εκείνο το αδιάφορο λάιβ προ λίγων μηνών στο Fuzz. Πόσο φλύαροι ήταν οι Massive Attack σε περασμένες εμφανίσεις. Και αν δεν ήταν στο ρόστερ του La Route Du Rock οι Portishead, που είχαμε καημό να τους δούμε (όταν το 1999 εμφανίστηκαν στον Αγιο Κοσμά, αγνοούσαμε την ύπαρξή τους…), ίσως πηγαίναμε σε κάποιο άλλο φεστιβάλ. Ευτυχώς όμως ήταν εκεί.