ΜΟΥΣΙΚΗ

Γ. Μάγγας: «Εγώ όπου παίζω διώχνω φαρμάκια και πίκρες!»

Γ. Μάγγας: «Εγώ όπου παίζω διώχνω φαρμάκια και πίκρες!»

Φοράει μακρύ σταυρωτό χρυσαφένιο παλτό, με έντονα χρωματιστά λουλούδια ανάγλυφα στο ύφασμα. Παίρνει στα χέρια το κλαρίνο και αρχίζει να παίζει. Προτού ακόμη προλάβεις να καταγράψεις τις λεπτομέρειες της εικόνας, μέσα από το μακρύ πανωφόρι προβάλλει ένα λαμέ παντελόνι από το ίδιο ύφασμα. Το γιλέκο ασορτί όπως η γραβάτα. Σαν να περίσσευε ύφασμα από το τόπι. Το βλέμμα δεν προλαβαίνει να επεξεργαστεί τον φανταχτερό κόσμο της αυτοκρατορικής εμφάνισης του Γιώργου Μάγγα στη σκηνή και ο ήχος του κλαρίνου διακόπτει πάλι. Τελετουργικά ξεδιπλώνει τις μανσέτες από το λευκό πουκάμισο και στα χέρια κυλούν τα καράτια σαν πιάνει πάλι το μουσικό όργανο. Χρυσές αλυσίδες και μεγάλα δακτυλίδια από ολόκληρες λίρες βαραίνουν τα δάκτυλα που παίζουν νευρικά: «Ολα για τον λαό!», υπόσχεται γενναιόδωρα ο λαϊκός οργανοπαίκτης παίρνοντας βαθιά αναπνοή. Εδώ όλα έχουν τη σημασία τους.

Δίπλα του η τραγουδίστρια, μούσα, σύζυγος και… στυλίστρια του Τζούλη Τζινιέρη. Αυτή ράβει τα πλουμιστά, αραβικού βάρους, κοστούμια, αυτή σιγοντάρει το στάτους του Γ. Μάγγα. Λυτά μαλλιά μέχρι τα γόνατα σχεδόν, μακριά σκουλαρίκια, κοσμήματα και βραδινή τουαλέτα έως τον αστράγαλο. «Ποιος σε φίλησε/και σε κοκκίνισε/το φεγγάρι κάνει βόλτα/στης αγάπης μου την πόρτα», τραγουδάει κάνοντας την έναρξη και, όταν εκείνος αρχίσει το σόου, εκείνη αποσύρεται στην άκρη της σκηνής χτυπώντας παλαμάκια ή το ντέφι.

«Την αγάπη μου σε όλους σας, ας, ας, ας, ας», μοιράζει απλόχερα ο σταρ της βραδιάς, με τα έκο να τον ακολουθούν στην αίθουσα. Ο Γ. Μάγγας παίζει όλη τη μελετημένη παράσταση (καίει και κανένα πουκάμισο μπροστά στους ατάραχους μουσικούς), ικανοποιεί τις παραγγελιές των πελατών, στέλνει φιλιά, αυτοσχεδιάζει, ιδρώνει. Στήνει ένα εκρηκτικό γλέντι με ρεπερτόριο στο οποίο η μουσική των τσιγγάνων κάνει γρήγορο το τσάμικο και λικνιστικό το καλαματιανό και κάθε παραδοσιακό ρυθμό. Τρεις ώρες αργότερα σκουπίζει τον ιδρώτα από το μέτωπο και παίζει για τον εαυτό του. Μακριά από τα τηλεοπτικά συνεργεία και τις επικοινωνιακές γιρλάντες. Εκεί αξίζει να δει κανείς τον μουσικό που γοητεύει τζαζίστες και ροκάδες.

«Οταν παίζω εγώ, δεν αφήνω κανέναν να φύγει. Στο Half Note (9,10/3) τα δίνουμε όλα. Δημοτικά, λαϊκά, τζαζ, ροκ, ινδικά, της αγάπης τραγούδια. Μου αρέσει να παίζω για ερωτευμένους», μου εξομολογείται. Στα πανηγύρια και τους γάμους της επαρχίας εκπαιδεύτηκε προτού φθάσει στην Ομόνοια, προτού ξεχωρίσει στα ξενυχτάδικα της οδού Βερανζέρου και γίνει cult φυσιογνωμία στις μουσικές σκηνές του κέντρου. Η χάρη του έφθασε στην Αυστραλία, την Αμερική και τον Καναδά, όπου υπάρχει ομογένεια, αλλά και σε διεθνή φεστιβάλ σε Γαλλία, Γερμανία, Βέλγιο, Ελβετία, Ρουμανία, Βραζιλία κ.α.

Τα ρούχα του στο μουσείο

Οι ορθόδοξοι πιστοί του κλαρίνου δεν συμφωνούν με τα καμώματά του. «Θέλει κάμερες και φιγούρες», λένε γι’ αυτόν. Ομως ο Γιώργος Μάγγας δεν ιδρώνει από τέτοια σχόλια. Ούτε απαντάει. «Ο καθένας έχει το παίξιμό μου. Και εγώ τον τρόπο μου στο κλαρίνο». Σε κλειστούς ή ανοικτούς χώρους, γάμους, πανηγύρια, τηλεοπτικά πλατό, παντού κάνει τις «λεζάντες» του. Και το κοινό αποθεώνει τον πασπαλισμένο με χάντρες, πέτρες, πούλιες και λαμπερά κοστούμια κόσμο του. «Το Μουσείο Μπενάκη είχε ζητήσει ένα ρούχο μου. Επειτα το έστειλε σε ένα άλλο μουσείο στο Ναύπλιο», καμαρώνει.

«Στους κλειστούς χώρους είναι πιο μαζεμένος ο κόσμος. Βλέπεις, το κλαρίνο θέλει ύπαιθρο, εκεί αλλιώς χαίρονται». Η δική του αδυναμία είναι η τηλεόραση. Συνήθως του ζητάνε να παίξει την «Ιτιά», την «Καραγκούνα», τον «Αητό»… «Ο κόσμος έστριψε πάλι στα δημοτικά. Στην κρίση, βλέπεις, ο ήχος του κλαρίνου γλυκαίνει τις πονεμένες καρδιές, παρηγορεί. Εγώ όπου παίζω διώχνω πίκρες και φαρμάκια».

Το αθηναϊκό κοινό τον ανακάλυψε στα μέσα της δεκαετία του ‘90. Αυτός, αποφαίνονταν όσοι ψάχνονταν τότε με τον ήχο, «παίζει κάτι μεταξύ κλαρίνου και τζαζ». Και έτρεχαν απενοχοποιημένοι στα στέκια που εμφανιζόταν, όπως αργότερα στην πλατεία Ασωμάτων, όπου τον ανακάλυψαν και οι κάμερες. Οταν μάλιστα άρχιζε να διαλύει κομμάτι κομμάτι το κλαρίνο συνεχίζοντας να παίζει με καθένα απ’ αυτά, τον αποθέωναν.

Κι εκείνος, όσο άκουγε χειροκροτήματα, τόσο φούσκωνε η καρδιά του. «Εμ, δικαιώθηκα, κυρα-Γιώτα μου. Λίγο είναι;» Δημοτικά, τσιγγάνικα τσιφτετέλια, καλαματιανά, τσάμικα, αυτοσχεδιασμοί, σε ένα πρόγραμμα όλα, εντυπωσίασαν και τη γαλλική Liberation, η οποία έγραφε για τον «μάγο με το κλαρίνο», ενώ το MTV Europe τον παρουσίασε ως το «ελληνικό φαινόμενο» στη βαλκανική τζαζ. Οταν εμφανίσθηκε σε φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής με τους Αμερικανούς Tuxedo Moon, ήταν μια νότα από το δικό μας έθνικ.

Παίζει σαν να χορεύει, διαφέρει από τους παλιούς οργανοπαίκτες, που έπαιζαν συνήθως στατικά, στιβαροί και σχεδόν ανέκφραστοι. Ο Μάγγας έκανε τη δική του σχολή. «Ο πατέρας μου ήταν μεγάλος κλαριντζής, αλλά δεν έμαθα απ’ αυτόν. Δεν μου έδειχνε, ήθελε ντε και καλά να μάθω γράμματα, ονειρευόταν να γίνω επιστήμονας. Εγώ, όταν έφευγε, τρύπωνα κάτω από το κρεβάτι του, που έκρυβε το κλαρίνο και θάμπωνα. Μάλωνε η μάνα “μην το πάρει είδηση ο πατέρας σου”, μου φώναζε. Γράμματα ντιπ δεν έμαθα. Στο σχολείο είχα τη φλογέρα στο ζουνάρι. “Παίξε, ρε”, μου έλεγε ο δάσκαλος, γέλαγαν τα παιδιά, αλλά εκείνος τούς έλεγε “μια μέρα θα δείτε τι θα γίνει ο Γιώργης!”. Αλλά όταν με ρώταγε πόσο κάνει 8×4, του απαντούσα “δεν ξέρω”. “Να τα μάθεις, θα σου χρειαστούν τα γράμματα”, επέμενε. Κι εγώ έφτασα στην πέμπτη δημοτικού!».
Γρηγοράδα και γλύκα

Πιτσιρικάς θαύμαζε τον οργανοπαίκτη Κώστα Γιαούζο. «Αμάν, αμάν, τι εξαιρετικό κλαρίνο ήταν αυτό! Το ίδιο ο Καρακώστας από τα Τρίκαλα, ο Καραγιάννης από τη Λιβαδειά, ο Μαλλιάρας, ο Κοκοντίνης». Και εκείνοι οι μεγάλοι κλαρινίστες από την Ηπειρο, όπως ο Τάσος Χαλκιάς και όσοι ακολούθησαν; Ο Πετρολούκας; – τον ρωτάω. «Ο καθένας έχει το παίξιμό του και την περιοχή του», απαντάει. «Υπάρχουν διαφορές ανά τον τόπο. Εγώ έχω το δικό μου παίξιμο».

Τσιγγάνικης καταγωγής, γεννήθηκε στη Λιβαδειά το 1952. Εμαθε να παίζει στα επτά φλογέρα, έπειτα κλαρίνο, από τα 13 σε πανηγύρια, γάμους, κέντρα, αργότερα συναυλίες και τζαζ κλαμπ. Δίσκους δεν έχει ηχογραφήσει πολλούς, και αυτός που ξεχωρίζει είναι ο «Αναρχος θεός» των αδελφών Φαληρέα. Ο Γ. Μάγγας  είναι των λάιβ. «Εμένα ήρθε το MTV της Αγγλίας να με φιλμάρει!
Επαιξα σε μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού Σφιγκς, Φιέστα ντε Σουτνς, Πιρινέος, με μεγάλους καλλιτέχνες και ροκάδες που κοίταγαν το κλαρίνο νομίζοντας ότι έκρυβα κάτι από κάτω. Φημίζομαι για τη γρηγοράδα μου και τη γλύκα όταν παίζω».

Το ντύσιμο είναι το καμάρι του. «Με την Τζούλη το σκεφτήκαμε». Τόπια ολόκληρα περνάνε από τα χέρια της. «Από την Αυστραλία τα πήραμε. Τι να σου λέω, μου κέντησε και καπέλο σαρίκι», καμαρώνει σαν το φοράει και μοιάζει με τους χαρούμενους πρωταγωνιστές του Μπόλιγουντ. «Τι μου είπες τώρα, κοπέλα μου. Μου αρέσει η Ινδία, είναι αγάπη ο πολιτισμός τους. Χωρίς αγάπη δεν ζει ο άνθρωπος. Και εμείς αγαπηθήκαμε με την Τζούλη. Ηταν στην Αυστραλία μοδίστρα. Εχει και καλή φωνή. Μελανούρι, σταρ Ελλάς, αλλά χαμηλών τόνων. Αλλά κι εγώ ήμουν γλυκόπιοτος. Είμαστε 28 χρόνια μαζί. Ερωτευθήκαμε και μετά τα φτιάξαμε. Εχουμε δυο παιδιά εκείνη και τέσσερα εγώ. Αμα ακούσεις τα αγόρια μου θα τρελαθείς. Ο ένας έχει το όνομά μου. Ρώτησε ο πάτερ “πώς θα τον πεις;”, “Γιώργο”, απάντησα και γέλασε. Είχα μια μάνα εγώ, μανούλα μου. Με είχε ορμηνέψει: “Το δικό σου όνομα θα βγάλεις, Γιώργη μου”».

Ο Ελβις Πρίσλεϊ της Ελλάδας

Με την Τζούλη ζουν μόνιμα στη Λιβαδειά, αλλά πηγαινοέρχονται στην Αθήνα. «Μου αρέσει πολύ το Αιγάλεω, έχει άπλα και πηγαίνω και στον Εσταυρωμένο. Πιστεύω πολύ στον Θεό. Τετάρτη και Παρασκευή δεν τρώω, ούτε βρίζω τα θεία, ούτε ζηλεύω τι έφτιαξε ο καθένας. Κάνω τον σταυρό μου και έχω άγιο στο πλευρό μου». Τόσο πολύ τού αρέσει το σόου; «Μεθάω με το κλαρίνο, χορεύω μαζί του, τρελαίνομαι». Τα δακτυλίδια, οι αλυσίδες είναι αληθινός χρυσός; «Εμ τι είναι, ψεύτικα θα φόραγα; Εγω τιμάω την τέχνη μου.Θα θελα να παίξω στα νοσοκομεία, εκεί που βογκούν οι άνθρωποι. Στις φυλακές, αδέρφια που έκαναν λάθος είναι κι αυτοί».

Και όλη αυτή η χρυσοποίκιλτη προίκα; «Ω, ω, ωοου! Είναι πολλά σού λέω, πάνω από 100 κοστούμια και 300 ζευγάρια παπούτσια. Στην Αυστραλία έλεγαν: «Ο Ελβις Πρίσλεϊ της Ελλάδας». Τώρα η Τζούλη μού έραψε ένα κοστούμι κάτασπρο με πολλές πέτρες επάνω του, που τυφλώνεσαι από τη λάμψη του. Κρου, κρου, κρου, ξύπνησα από τον θόρυβο της μηχανής ένα βράδυ. Τι να δω. Σαν Ινδός βασιλιάς λαμποκοπούσα όταν το φόρεσα! Στις 9 και 10 του μηνός να έρθεις στο Half Note», με παροτρύνει. «Aμάν, αδερφέ μου, τι θα γίνει». Υστερα ρωτάει αν είμαι σε κανένα κανάλι. Ο βιρτουόζος του κλαρίνου δεν λέει ποτέ όχι σε μια κάμερα.