ΜΟΥΣΙΚΗ

Οφενμπαχ καυστικός, ανάλαφρος, ιλαρός

Οφενμπαχ καυστικός, ανάλαφρος, ιλαρός

Περισσότερο από μισόν αιώνα είχε να παρουσιαστεί στην Αθήνα στην πλήρη μορφή της η «Ωραία Ελένη» του Οφενμπαχ. Τελευταία φορά το είχε αποτολμήσει το 1961 η Εθνική Λυρική Σκηνή σε μουσική διεύθυνση του έμπειρου Βάλτερ Πφέφερ και σκηνοθεσία του Φρίξου Θεολογίδη, με την Ανθή Ζαχαράτου στον κεντρικό ρόλο και τον Μιχάλη Χελιώτη να δανείζει την άνετη, γλυκιά φωνή του σε αυτόν του Πάρι. Στις 24 Ιανουαρίου εκείνης της χρονιάς ο Μίνως Δούνιας έγραφε στην «Καθημερινή»: «Τι να συνέβαινε τάχα με το κοινό της Λυρικής στην επίσημη πρώτη της “Ωραίας Ελένης"; Το ίδιο κοινό, το συνήθως τόσο πρόθυμο να ξεσπάσει σε άκαιρα χειροκροτήματα σε κάθε κορώνα ή να ξεκαρδιστεί στο πρώτο καλαμπούρι, υποδεχόταν την οπερέτα του Οφενμπαχ με πρωτοφανή παγερότητα. Λες κι είχε επιμελώς οργανωθεί συνωμοσία σιωπής. Ασφαλώς κάποια λανθάνουσα τραυματισμένη υπερηφάνεια με τη διακωμώδηση των ομηρικών ηρώων μας υποδαύλιζε την παθητική αντίσταση του κοινού». Η οπερέτα κατέβηκε και δεν επανήλθε ποτέ στο δραματολόγιο της Λυρικής. Από διαφορετικούς θιάσους παρουσιάστηκε το 1992 στη Θεσσαλονίκη και επανήλθε το 2014 στην Αθήνα διασκευασμένη για ολιγομελές σύνολο.

Ελαφράδα και σάτιρα

Συνεπώς, ξάφνιασαν ευχάριστα η Συμφωνική Ορχήστρα και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Οικονόμου, καθώς σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Ισίδωρο Σιδέρη εμπιστεύτηκαν το καυστικό χιούμορ και την αστείρευτη μελωδική φλέβα του Οφενμπαχ. Υπό την επιμέλεια του Λουκά Καρυτινού, καλλιτεχνικού διευθυντή των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων, στις 19 Ιουλίου στο θέατρο του Κολωνού έστησαν μια παράσταση γεμάτη κέφι και δροσιά.

Το έργο δόθηκε στα ελληνικά, σε μετάφραση του Πέτρου Χρυσάκη και διασκευή του Σιδέρη και της Ανθής Νταουντάκη. Το πρωτότυπο κείμενο με τις ιλαρές καταστάσεις και τους ευρηματικούς στίχους έβγαζε άφθονο γέλιο, ενώ οι περιορισμένες αναφορές στη σύγχρονη πολιτικοοικονομική πραγματικότητα επιχειρούσαν μια σύνδεση με την καθημερινότητα των θεατών.

Ο Σιδέρης χειρίστηκε έξυπνα την παρωδία του Οφενμπαχ, εμπνευσμένη από την ελληνική μυθολογία, και έστησε μια απολαυστικά κωμική παράσταση. Χωρίς να υποβαθμίσει την ελαφρότητα, τη σάτιρα και τα σεξουαλικά υπονοούμενα του έργου, απέφυγε την κοινοτοπία, τα στερεότυπα αστεία και τη χυδαιότητα. Κάθε ρόλος είχε δουλευτεί ξεχωριστά, ενώ με έξυπνο τρόπο είχαν στηθεί τα σύνολα, ιδιαίτερα κρίσιμα στις οπερέτες του Οφενμπαχ. Τη λογική της αιχμηρής παρωδίας ακολούθησαν επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια της Γεωργίας Μπούρδα: στην πρώτη πράξη παρωδούσαν τα πάλλευκα αγάλματα των θεών, τα οποία ζωντανεύουν από το αέτωμα στο οποίο ήταν ενταγμένα, ενώ στην τρίτη κυριαρχούσαν πολύχρωμα, σύγχρονα ρούχα παραλίας, καθώς οι βασιλείς του αρχαίου κόσμου παραθερίζουν σε παραλία του Ναυπλίου. Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν οι ψηφιακές προβολές του Ανδρέα Μουρτζούκου, με αναφορές σε ταιριαστά χολιγουντιανά στερεότυπα.

Ο Μιχάλης Οικονόμου διασφάλισε τον ρυθμό του θεάματος και η ορχήστρα, ηλεκτρικά ενισχυμένη λόγω του ανοιχτού χώρου, φάνηκε συντονισμένη και καλά προετοιμασμένη. Μαζί με τις λιτές χορογραφίες του Διονύση Τσαφταρίδη και της Χρυσηίδας Λιατζιβίρη, το θέαμα διέθετε παλμό και κίνηση.

Οι τραγουδιστές ήταν φανερό ότι απολάμβαναν αυτό που έκαναν και μετέδιδαν τη θετική ενέργεια στο κοινό. Σε ό,τι αφορά το καθαρά φωνητικό μέρος, ασφαλώς αρκετά οφείλονταν και στη γνώση και την εμπειρία του Δημήτρη Γιάκα, υπευθύνου για τη μουσική προετοιμασία. Τα τραγούδι των περισσότερων συνδύαζε την ελαφράδα του Ροσίνι με το ξεχωριστό, θρασύ στοιχείο που χαρακτηρίζει τη μουσική του Οφενμπαχ. Η Δέσποινα Σκαρλάτου-Παρασκευοπούλου υπήρξε απολαυστική ως Ωραία Ελένη, με φωνή χωρίς εκπτώσεις σε όλη της την έκταση και ταμπεραμέντο που ταίριαζε στον ρόλο. Τον Πάρι υποδύθηκε σκηνικά με επιτυχία ο Βασίλης Καβάγιας. Ωστόσο, λόγω ασθένειας του τενόρου τον ρόλο τραγούδησε από το πίσω μέρος της σκηνής ο συνάδελφός του Νίκος Στεφάνου, ο οποίος είχε υποδυθεί τον Πάρι στις περυσινές παραστάσεις του έργου στην Αθήνα. Το εγχείρημα πέτυχε χάρη στον καλό συντονισμό τους και χάρη στην πολύ καλά υπολογισμένη ενίσχυση του ήχου.

Απολαυστικός στον ρόλο του Μενελάου υπήρξε ο τενόρος Σταμάτης Μπερής, ο οποίος εσχάτως έχει βρει στον χώρο της οπερέτας ένα νέο πεδίο για να ξεδιπλώσει το κωμικό του ταλέντο, έκπληξη για όσους τον θυμούνται από τους δραματικούς ρόλους στην όπερα. Μαζί με τον Αγαμέμνονα του Βαγγέλη Μανιάτη και τον Κάλχα του Μιχάλη Ψύρρα σχημάτισαν ένα αχτύπητο τρίο στην τρίτη πράξη του έργου, μία από τις πιο απολαυστικές σκηνές της παράστασης. Για την ωραία φωνή και το φροντισμένο τραγούδι της ξεχώρισε η μεσόφωνος Ιωάννα Κοκοβίκα. Ερμήνευσε τον Ορέστη και ήταν ευχάριστο ότι δεν υπερέβαλε υποκριτικά στον νεανικό αυτό ανδρικό ρόλο. Απολαυστικός όπως το συνηθίζει υπήρξε ο Δημήτρης Ναλμπάντης ως Αχιλλέας και επιτυχημένο το δίδυμο με τους δύο Αίαντες, Κώστα Ραφαηλίδη και Γιώργο Ματθαιακάκη. Την πολυπληθή διανομή συμπλήρωναν η Μαρί Μαυρομάτη (Παρθενίς) και η Ελένη Μπαρκαγιάννη (Λέαινα). Μια δροσερή καλοκαιρινή παράσταση, που με μικρές προσαρμογές θα μπορούσε άνετα να μεταφερθεί και σε χειμερινή αίθουσα.