ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο Νιόνιος που συνεγείρει τον συλλογικό μας μύθο χωρίς νοσταλγία

Ο Νιόνιος που συνεγείρει τον συλλογικό μας μύθο χωρίς νοσταλγία

H αίθουσα του «Παρνασσού» ήταν γεμάτη από παλιούς φίλους του Διονύση Σαββόπουλου, από ένα κοινό που τον αγαπάει και τον παρακολουθεί εδώ και δεκαετίες, μα και από αρκετούς νέους, οι οποίοι τώρα τον ανακαλύπτουν και είχαν έρθει όλοι για να κάνουν μαζί του την αντίστροφή διαδρομή του «Φορτηγού» στον χρόνο. Του ρηξικέλευθου δίσκου που άνοιξε νέα μονοπάτια στο ελληνικό τραγούδι.

Και ήταν συγκινητική διαδρομή, καθώς ο Σαββόπουλος, «μάγος» του λόγου όπως και του τραγουδιού, ξετύλιγε τις ιστορίες της «Ζωζώς», του «Δέντρου», του «Ηλιε, ήλιε αρχηγέ» και μαζί της εποχής που τα γέννησε, της κοινωνίας που τα αγκάλιασε, όπως αγκάλιαζε τότε κάθε τι καινούργιο, ποιητικό και ελπιδοφόρο, αντάξιο των προσδοκιών της.

Με ένα κόκκινο Volvo φορτηγό έφυγε από τη Θεσσαλονίκη, αφήνοντας σπουδές και οικογένεια, ακολουθώντας μια πορεία που γέννησε τραγούδια πρωτοπόρα, τα οποία αναμόχλευσαν αισθήσεις. Στα παγκάκια κοιμόταν τον πρώτο καιρό στην Αθήνα, «αλήτης ήμουν αλλά ένιωθα το χέρι του Θεού· “καλά τα πας”». Υπάρχουν στιγμές τώρα που νιώθει «άδειος». «Νοικοκυρεμένος και χαμένος», είπε προτού πιάσει την κιθάρα του και μας συγκινήσει με τα «Πουλιά της δυστυχίας», που έγραψε το 1965. Αχθοφόρος, γυμνό μοντέλο στον ζωγράφο-καθηγητή Μαυροΐδη, αλλά και δημοσιογράφος στη «Δημοκρατική Αλλαγή» ήταν ορισμένες από τις πρώτες του δουλειές. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε όμως, οι στίχοι των τραγουδιών του γίνονται ακόμη οι καλύτεροι τίτλοι των εφημερίδων.

Είτε στους πολέμους της ζωής είτε στο σανίδι της σκηνής, έχει τη χάρη του να μεγαλώνει κανείς. «Δεν πρόκειται περί νοσταλγίας», τέτοιες βραδιές δεν έχουν νόημα αν μοιάζουν με μνημόσυνο, παρά μόνον αν το παρελθόν μάς λέει κάτι για το μέλλον, προειδοποίησε το κοινό. Αλλά και το παρόν υπήρχε στις αφηγήσεις του και τους στίχους του όταν, για παράδειγμα, αναφέρθηκε στην «Παράγκα», «στον μπαχαλάκη και στον χρυσαυγίτη που μας ακολουθεί».

Κατεβαίνοντας τη μαρμάρινη επιβλητική σκάλα του «Παρνασσού» δύο ώρες αργότερα, ένιωθες πως ο συλλογικός μας μύθος στον οποίο καθοριστικά συνέβαλε ο Διονύσης Σαββόπουλος, όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Βασίλης Τσιτσάνης, στους οποίους επίσης αναφέρθηκε, όπως και στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου και τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, υπάρχει πάντα μέσα μας έστω κι αν είναι στριμωγμένος ανάμεσα στην οικονομική και την ψυχική μας παράλυση. Χρειάζεται όμως πάλι να τον συνεγείρουμε. Οπως είπε ο τραγουδοποιός, «θα αναγεννηθούμε αλλά πρώτα θα ταλαιπωρηθούμε». Φύγαμε μέσα στη βροχή σε μια Αθήνα μουντή, περνώντας από τους καμένους κινηματογράφους «Αττικόν» και «Απόλλων» της Σταδίου.

Εκεί, θα ξαναδούμε τον Σαββόπουλο, παραμονή Χριστουγέννων στις 3 το μεσημέρι με τη Φιλαρμονική του Δήμου Αθηναίων. Σε ένα αισιόδοξο και φωτεινό χάπενινγκ που ετοιμάζει για να μας θυμίσει πώς ήταν η Αθήνα προτού αφεθεί στην ασχήμια της μουντζούρας και των κλειστών καταστημάτων.

Ως τότε, θα ακούσουμε το νέο δίσκο «Σήκω ψυχή μου, δώσε Ρεύμα», την ηχογράφηση από τις εμφανίσεις του στο «Κύτταρο». Και μπορούμε να πάμε ξανά στον «Παρνασσό», καθώς οι παραστάσεις του θα επαναληφθούν στις 16 και 17/12.