ΜΟΥΣΙΚΗ

Αλ. Κτιστάκης: «Διάλεξα μόνος την τζαζ, δεν με πήγε κανείς»

Αλ. Κτιστάκης: «Διάλεξα μόνος την τζαζ, δεν με πήγε κανείς»

«Ακουσα για πρώτη φορά τζαζ μουσική ως “χαλί” σε μια τηλεοπτική διαφήμιση για ένα παρασιτοκτόνο. Η μουσική ήταν από τον Γκλεν Μίλερ και την ορχήστρα του. Ο,τι κι αν ήταν η ανάφλεξη είχε γίνει», λέει στην «Κ» ο βιρτουόζος ντράμερ Αλέξανδρος-Δράκος Κτιστάκης.

Ο τότε νεαρός σπουδαστής κιθάρας άρχισε να ψάχνει περισσότερα για τον ρυθμό και τη μουσική που τον γοήτευσε και από τα έγχορδα στράφηκε στα κρουστά και στον γκρουβ ρυθμό της ντραμς. Η τζαζ ήταν δυσεύρετη στο Ηράκλειο της Κρήτης τη δεκαετία του ’90 και έτσι ο νεαρός Κρητικός ταξίδεψε στην Αθήνα για να σπουδάσει ντραμς στο Ωδείο «Φίλιππος Νάκας». «Χαίρομαι για την τζαζ γιατί δεν με πήγε κανείς άλλος αλλά την επέλεξα μόνος μου», μας λέει. Η αναζήτησή του για ένα βίντεο του θρυλικού ντράμερ Τόνι Ουίλιαμς τον οδήγησε μέχρι τη Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ στις ΗΠΑ στην προ του Ιντερνετ εποχή. «Στη μουσική εκπαίδευση δεν αρκεί μόνο να ακούς μουσική. Είναι σημαντικό για τον μαθητή να βλέπει πώς παίζεται ένα κομμάτι», τονίζει ο ντράμερ και επικεφαλής του Alex Drakos Trio, που ξεκινά το ιδιαίτερο τζαζ πρότζεκτ «The Last Track» στο Tesla Bar του Bios (23/12).

Με τον Γιάννη Παπαδόπουλο στο πιάνο και τον Ντίνο Μάνο στο κοντραμπάσο, οι τρεις μουσικοί θα παρουσιάσουν ένα τζαζ πρότζεκτ που έχει ως βάση έτοιμες μουσικές φόρμες από συνθέσεις του μουσικού συνόλου ή του παγκόσμιου ρεπερτορίου, οι οποίες όμως αποτελούν αφορμές για τους αυτοσχεδιασμούς που θα ακολουθήσουν. «Στον ήχο μας θα προστεθούν ορισμένες λούπες, ηλεκτρονικά στοιχεία, αλλά και ορισμένοι καλεσμένοι – έκπληξη από άλλα μουσικά είδη ή τραγουδιστές που θα καθορίσουν το τελικό αποτέλεσμα», τονίζει ο κ. Κτιστάκης.

Η «γλώσσα»

Ο αυτοσχεδιασμός και η πολυρυθμία είναι δύο χαρακτηριστικά της τζαζ μουσικής που όμως δεν έχουν σχέση με κάτι μουσικά άναρχο ή παράλογο. «Ο ιδανικός αυτοσχεδιασμός ταυτίζεται με τη σύνθεση, κάτι που μπορεί να συγκρατήσει το μουσικό αυτί. Ο αυτοσχεδιασμός είναι μια μουσική γλώσσα με τους δικούς της κανόνες. Οπως όταν μιλάμε μεταξύ μας αυτοσχεδιάζουμε αλλά ακολουθούμε τους κανόνες της γραμματικής και του συντακτικού», σημειώνει.

Και όπως η γλώσσα υιοθετεί νεωτερισμούς και δανείζεται στοιχεία από άλλες γλώσσες ή διαλέκτους, έτσι και η σύγχρονη τζαζ επηρεάζεται από άλλα μουσικά είδη. «Ολοι μας μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον από διαφορετικά ακούσματα. Ολοι έχουμε ένα κοινό ροκ background, παραδοσιακό από τον τόπο μας, ακούσαμε κλασική μουσική. Είτε το θέλουμε είτε όχι, όλα μας τα μουσικά βιώματα μπαίνουν μέσα σε αυτό που κάνουμε επειδή το επιτρέπουμε να συμβεί. Δεν το κατακρίνουμε και δεν το καταπιέζουμε. Ως τρίο έχουμε κάνει αυτή την άτυπη συμφωνία», τονίζει.

Οι επιρροές τους και η πρόσμειξη διαφορετικών εικαστικών μέσων στη μουσική τους (ποίηση, διασκευές, αποσπάσματα ομιλιών) καταγράφονται στον πρώτο τους δίσκο «Tora». Επιδίωξη του τρίο είναι ο ήχος τους να δημιουργεί εικόνες και συναισθήματα στους ακροατές, όπως αυτά που προκαλούν ένας πίνακας ή ένα έργο τέχνης στους θεατές. «Κάθε στιγμή που παίζουμε είναι μια εικόνα που έχει τη δική της ατμόσφαιρα. Αυτό είναι το ωραίο όταν δεν υπάρχει στίχος. Δημιουργείς κάτι και ο θεατής μπορεί να αισθανθεί όπως θέλει και όπως έχει ανάγκη», σημειώνει ο κ. Κτιστάκης. Σπεύδει βέβαια να διευκρινίσει ότι δεν είναι στις προθέσεις τους η «ακαδημαϊκοποίηση» της τζαζ και θέλουν να αναδείξουν και τον χορευτικό ρυθμό της μουσικής. «Δεν θέλουμε να κάθονται όλοι και να μας ακούνε σιωπηλοί. Προτιμώ τον θόρυβο της συμμετοχής από τον κόσμο, που θα νιώσει άνετος και θα του αρέσει αυτό που ακούει. Είμαστε τόσο καταπιεσμένοι στην καθημερινότητά μας που δεν χρειάζεται να βάλουμε και άλλους κανόνες», επισημαίνει.

Η τζαζ στην Ελλάδα ακολούθησε μια καμπυλόγραμμη πορεία με σημαντική άνοδο τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και την είσοδό της στις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου μέσω μουσικών όπως ο Γιώργος Μουζάκης, για να εξαφανιστεί αμέσως μετά. Στα τέλη του ’70 επανήλθε μαζί με τα συγκροτήματα της εποχής, όπως τους Sphinx και τον πιανίστα Μάρκο Αλεξίου, ενώ τα τελευταία χρόνια καταγράφεται μια «έκρηξη». «Αυτό οφείλεται στην εκπαίδευση και στο Διαδίκτυο. Το Ιόνιο Πανεπιστήμιο δημιούργησε ένα μεγάλο ρεύμα νέων τζαζ μουσικών. Και οι ιδιωτικές σχολές έχουν συμβάλει, οι οποίες απαρτίζονται από μουσικούς που εκπαιδεύτηκαν στο εξωτερικό», σημειώνει. Αλλωστε, ο επικεφαλής του τρίο ήταν αρχικά ο καθηγητής των υπόλοιπων δύο μελών στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιόνιου Πανεπιστημίου, ενώ τώρα εκπαιδεύει νέους μουσικούς στο Lab Music Education της Αθήνας και της Κρήτης. Το ζήτημα στην Ελλάδα, όπως τονίζει, είναι ότι, ενώ υπάρχουν εξαιρετικά εκπαιδευμένοι μουσικοί, δεν υπάρχουν κατ’ αναλογίαν εκπαιδευμένοι ακροατές και αυτό διότι η πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια μουσική εκπαίδευση ωθεί τα παιδιά κυρίως στον επαγγελματισμό.

«Ερχονταν τα παιδιά να μάθουν ένα όργανο για να χαρούν και τους λέγαμε ότι πρέπει να γίνουν μουσικοί και να μελετάνε δέκα ώρες την ημέρα και έτσι έφευγαν. Στη σχολή μας οι περισσότεροι μαθητές είναι χομπίστες κι έτσι καλλιεργούμε ένα τεράστιο μουσικό κοινό», καταλήγει.