ΘΕΑΤΡΟ

Oταν η σκηνογραφία κλέβει τις εντυπώσεις

Oταν η σκηνογραφία κλέβει τις εντυπώσεις

Υπάρχουν πολλά αναπάντητα ερωτήματα, κενά και τρύπες στις πληροφορίες που έχουμε για τον Γουίλιαμ Σαίξπηρ (1584-1616). Γιατί δεν άφησε, λ.χ., ούτε ένα χειρόγραφο; Σε τι οφείλεται ο θάνατός του στα 52 του, όταν λίγο καιρό πριν, συντάσσοντας τη διαθήκη του, δήλωνε ότι έχαιρε άκρας υγείας; Διάφορα σενάρια έχουν διατυπωθεί, ακόμη και από σοβαρούς μελετητές, για το «ποιος πραγματικά ήταν». Στο μικρό βιβλίο «Η αρετή της συγνώμης» (εκδ. Σοκόλη, 2016) ο Πίτερ Μπρουκ, απαντώντας με τον πρακτικό τρόπο ενός ανθρώπου του θεάτρου που γνωρίζει εις βάθος, και αγαπά, το έργο του Σαίξπηρ, λέει ότι για τον συγγραφέα του «Αμλετ» δεν θα άξιζε τίποτα λιγότερο από την απορία.

Το 1594 ο Σαίξπηρ γράφει το «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», αλλάζοντας τα δεδομένα της εποχής του ως προς τις ειδολογικές κατηγοριοποιήσεις, καθώς το έργο «δίνει την αίσθηση κωμωδίας που στράβωσε στο τέλος» (Northrop Frye, «Aνατομία της κριτικής»,1997). Το επέτρεπαν οι γενικότερες συνθήκες – έντονων ζυμώσεων σε όλους τους τομείς του επιστητού.

Η σκηνική τέχνη άφηνε, επιτέλους, πίσω της τα μεσαιωνικά βαρίδια και τη χριστιανική ηθική και ανοιγόταν στην αλήθεια της στιγμής, και στις μεγάλες αντιθέσεις της. Την τελευταία 25ετία του 16ου αι. οικοδομούνται για πρώτη φορά χώροι ειδικά για παραστάσεις, που μπορούν να παρακολουθήσουν θεατές όλων των κοινωνικών τάξεων. Μια νέα γενιά συγγραφέων βγαίνει στο προσκήνιο (Ρόμπερτ Γκριν, Κρίστοφερ Μάρλοου, Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Μπεν Τζονσον, Τζον Φλέτσερ) θέτοντας τις βάσεις για το θέατρο της νεότερης εποχής.

Πολύτιμο για τις πληροφορίες που παρέχει για τις θεατρικές παραγωγές της εποχής είναι το Ημερολόγιο του θεατρικού επιχειρηματία της εποχής Φίλιπ Χένσλοου (1550-1616). Είναι ένα από τα ιστορικά πρόσωπα που πρωταγωνιστούν στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» (1998), σε βραβευμένο με Οσκαρ σενάριο του σημαντικού Βρετανού θεατρικού συγγραφέα Τομ Στόπαρντ και του Μαρκ Νόρμαν. Η ταινία, και η διασκευή για το θέατρο του Λι Χολ, είναι ιδανική για ένα πραγματικά ενδιαφέρον μάθημα σχετικά με τις απαρχές του νεότερου ευρωπαϊκού θεάτρου στους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

Μεταφέροντάς μας στο Λονδίνο του 1593, οι δύο σεναριογράφοι συνδέουν τη συγγραφή του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» με τον (επινοημένο) έρωτα του Σαίξπηρ για τη Βιόλα, ένα νεαρό κορίτσι εύπορης οικογένειας, που λατρεύει την ποίηση και το θέατρο. Ενόσω ο πατέρας της ετοιμάζεται να την παντρέψει μ’ έναν ευγενή, η Βιόλα μεταμφιέζεται σε άνδρα για να διεκδικήσει ένα ρόλο στο καινούργιο έργο του αγαπημένου της συγγραφέα. Η τόλμη της θυμίζει την Τζούλια από το «Δύο ευγενείς από τη Βερόνα» (1594), την Πόρσια από τον «Εμπορο της Βενετίας» (1596), τη Βιόλα από τη «Δωδέκατη νύχτα» (1599), τη Ρόζαλιντ από το «Οπως σας αρέσει» (1599). Ολες τους μεταμφιέστηκαν σε άνδρες για να επιβιώσουν, για να ζήσουν με την ελευθερία και τα δικαιώματα που στερούνταν οι γυναίκες της εποχής, για να διεκδικήσουν ό,τι επιθυμούσαν. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ελισάβετ η Α΄ της Αγγλίας, μια εξαιρετικά ικανή και μορφωμένη γυναίκα που βασίλεψε σχεδόν μισόν αιώνα με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα, η οποία λάτρευε το θέατρο, θα συμπαθούσε πολύ τον Σαίξπηρ και τις θαρραλέες ηρωίδες του. Θα της θύμιζαν τον δικό της αγώνα να επιβληθεί στην Αυλή, στον ανδροκρατούμενο χώρο της πολιτικής, στους εσωτερικούς και εξωτερικούς αντιπάλους της. Ο Στόπαρντ το εκμεταλλεύεται και βάζει την Ελισάβετ να δίνει λύση στο φινάλε της ταινίας.

Τον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» στο Θέατρον του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος» σκηνοθετεί ο Γιάννης Κακλέας, με τη γνωστή μαεστρία στο στήσιμο εντυπωσιακών, μεγάλου μεγέθους παραστάσεων. Πολύτιμη για άλλη μία φορά αποδεικνύεται η συνεργασία του με τον Μανώλη Παντελιδάκη στα σκηνικά. Με προβολές πινάκων του Λονδίνου της εποχής και φωτογραφιών είτε στο μπροστινό (εν είδει αυλαίας) παραπέτασμα είτε στο βάθος της σκηνής, και με την προσθήκη κινούμενων σκηνικών (μία πρόσοψη με πολλές καμάρες, το μπαλκόνι της Ιουλιέτας, μία μπούκα θεάτρου κ.ά.), δημιούργησε μια εντυπωσιακή στις εναλλαγές της σκηνογραφία, που εξυπηρετεί άριστα τη άμεση μεταφορά της δράσης από τον έναν δραματικό τόπο στον άλλον. Επιπλέον, οι ξύλινες εξέδρες, διαφορετικού ύψους και σε ποικιλία συνδυασμών ως προς την τοποθέτησή τους στη σκηνή, έδωσαν μερικές ακόμη εύστοχες σκηνογραφικές λύσεις. Καλαίσθητα και τα κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδήρη και θαυμάσιοι οι φωτισμοί που σχεδίασε η Στέλλα Κάλτσου.

Παρότι η παράσταση κυλάει γρήγορα, οι αδυναμίες της διανομής επηρεάζουν την τελική εντύπωση. Τον πολυμελή θίασο αποτελούν νέοι ηθοποιοί, που χρησιμοποιούνται για να γεμίσουν τη μεγάλη σκηνή. Στους βασικούς ρόλους, αν εξαιρέσεις τη Μίνα Αδαμάκη και την Μπέτυ Λιβανού, λείπουν οι στιβαροί καρατερίστες ηθοποιοί που να δίνουν το προσωπικό τους στίγμα στη δράση. Ο Σωκράτης Πατσίκας, ο Γιώργος Κοψιδάς, ο Νίκος Ορφανός, ο Θάνος Μπίρκος, ο Γιάννης Ποιμενίδης είναι καλοί αλλά σε κοντινές ηλικίες, και δεν έχει δουλευθεί επαρκώς η «επικοινωνία» μεταξύ τους. Η υπογράμμιση της κωμικότητας κάποιων προσώπων/σκηνών ικανοποιεί «εμπορικά» κριτήρια, που λειτουργούν εις βάρος της παράστασης (π.χ. ο τραυλισμός του ηθοποιού στην αρχή της παράστασης του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα»).

Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ερμηνεύει τον ρόλο του Σαίξπηρ βολεμένος στη μανιέρα που έχει παγιώσει τα τελευταία χρόνια. Προφανώς στις επιλογές του λίγο μετράει το πώς θα προχωρήσει την τέχνη του. Παρά την ελάχιστη επί της ουσίας συμμετοχή του παρτενέρ της, η Ελλη Τρίγγου στον ρόλο της Βιόλας είναι η μόνη που πείθει ότι έχει ικανότητες και φλόγα για να αναλάβει μεγάλους κλασικούς ρόλους. Την περιμένουμε στον επόμενο ρόλο της, σε έργο του Σαίξπηρ αυτή τη φορά.

Τέλος, η χρήση ψειρών –μάστιγα, πλέον, της σύγχρονης ελληνικής θεατρικής πράξης– ακυρώνει εξαρχής κάθε απαίτηση για άξιες λόγου ερμηνείες, που απαιτούν κοπιώδη δουλειά με τη φωνή και τον τρόπο εκφοράς του λόγου.