ΘΕΑΤΡΟ

Tσέχοφ επί τέσσερα

Tσέχοφ επί τέσσερα

Οι τέσσερις παραστάσεις έργων Τσέχοφ της φετινής σεζόν, τόσο διαφορετικές η μία από την άλλη, δικαιολογούν μια σειρά σκέψεων και συγκρίσεων που αφορούν την παραγωγή, τη σκηνοθετική προσέγγιση, τις συνθήκες πρόσληψης έργων που αν και πολυπαιγμένων, ενδιαφέρουν σταθερά θεράποντες και φίλους της θεατρικής τέχνης.

Για τον τρυφερό, αισθαντικό «Βυσσινόκηπο» στο θέατρο Χορν γράψαμε σε προηγούμενο φύλλο. Ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης διάλεξε έναν καλό θίασο και καλούς συνεργάτες στη σκηνογραφία, στα κοστούμια, στη μουσική, και παρότι είχε ισχυρό ερμηνευτικό πρίσμα (εστίασε στην αδυναμία των κεντρικών προσώπων να ενηλικιωθούν και να ανταποκριθούν επιτυχώς στις απαιτήσεις των νέων κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών), η πρότασή του παρακολουθεί με σεβασμό τα κατά ποιόν στοιχεία του δράματος. Γι’ αυτό και η παράστασή του αποτελεί μια υποδειγματική πρόταση αστικού θεάτρου. Οπου ο προσδιορισμός «αστικό» αφορά τον χώρο (ένα κεντρικό θέατρο) και το είδος του κοινού που κατά τεκμήριο συγκεντρώνει στις πολλές δεκαετίες της λειτουργίας του (από τη δεκαετία του 1950).

Αντιθέτως, ο «Θείος Βάνιας» που σκηνοθέτησε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ο Γιώργος Κιμούλης, κρατώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του τίτλου, είχε όλα τα αρνητικά μιας παράστασης εμπορικής, με την κακώς εννοούμενη σημασία της «εμπορικότητας». Ο Γ. Κιμούλης, ο οποίος υπέγραψε και τη μετάφραση, εκσυγχρόνισε τον λόγο με τρόπο ξένο προς το έργο. Επιπλέον, ό,τι εξέπεμπε η παράσταση ήταν στον αντίποδα του αγαπητικού προς τους ανθρώπους (τις ελλείψεις, τις διαψεύσεις και τα πάθη τους) πνεύματος του Τσέχοφ. Μισανθρωπία χαρακτήριζε τον Βάνια του Κιμούλη και τον γιατρό Αστρόφ του Τάσου Νούσια – χαρακτηριστική της εν λόγω παράστασης είναι η αγοραία συμπεριφορά του Αστρόφ στη Β΄ Πράξη, όταν χορεύει ημίγυμνος και φωνασκεί μεθυσμένος, νύχτα στο ξένο σπίτι, λίγο προτού πάρει το αυτοκίνητό του και φύγει! Ακατάλληλοι για τις απαιτήσεις και τα χαρακτηριστικά των προσώπων που κλήθηκαν να υποδυθούν, και ακαθοδήγητοι, ήταν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της διανομής.

Με εντελώς διαφορετική αφετηρία και διαδρομή, ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Δημήτρης Ξανθόπουλος, ο οποίος πριν από εννιά χρόνια είχε σκηνοθετήσει ένα «Γλάρο» που ακόμη θυμόμαστε, προσεγγίζοντας τις «Τρεις αδελφές» παρασύρθηκε σε ιδέες που καταδίκασαν την παράστασή του στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης. Θέλοντας να δείξει ότι παρά τη στενή, καθημερινή επαφή τους, τα πρόσωπα του έργου είναι αποκλεισμένα στον εαυτό τους, άνθρωποι ανίκανοι να βοηθήσουν, να στηρίξουν ουσιαστικά ο ένας τον άλλον, επέλεξε ανάλογη γραμμή ερμηνείας των ρόλων. Εδώ οι ηθοποιοί λειτουργούν ως αυτόνομες μονάδες, δεν επικοινωνούν. Αλλά, εάν λόγος και συμπεριφορές δεν υπόκεινται στους περιορισμούς της αναπόδραστης αλληλεπίδρασης, η τσεχοφική δραματουργία εξαρθρώνεται.

Ο σκηνικός ρεαλισμός στο θέατρο του Τσέχοφ είναι αναγκαίος. Αυτό δεν σημαίνει ότι η παράσταση πρέπει να ανακαλεί ρωσική επαρχία του 1900 και ήταν καλή ιδέα να αντικατασταθεί το σαμοβάρι που φέρνει δώρο ο Τσεμπουτίκιν στην Ιρίνα για τη γιορτή της μ’ έναν προτζέκτορα φωτογραφιών, καθώς όλη η Α΄ Πράξη αναφέρεται στο παρελθόν που το παρόν διέψευσε, σε μνήμες ζωντανές και άλλες που σβήνουν. Αλλά οι σχέσεις των προσώπων, και μάλιστα στο κλειστό περιβάλλον του οίκου, πρέπει να ακολουθούν το «μαγικό εάν» του Στανισλάβσκι.

Το ποιητικό σκηνικό –«μπούκες» από λαμπιόνια ολοένα πιο μικρές προς το βάθος της σκηνής, που θυμίζουν την κούκλα ματριόσκα– και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου παραμένουν ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης και δεν δηλώνονται τα χρόνια που χωρίζουν τη μία Πράξη από τις επόμενες. Επιπλέον, ακυρώθηκε εντελώς η σημαντική σκηνή της πυρκαγιάς στη Γ΄ Πράξη – για την οποία ο Τσέχοφ έγραφε (σε επιστολή του, 20.1.1901) ότι αν δεν αποδοθεί σωστά, όλο το έργο καταρρέει. Τέλος, αν εξαιρέσεις την Αγγελική Παπαθεμελή, τον Γιώργο Φριντζήλα και τον Αρη Μπαλή, οι υπόλοιποι ηθοποιοί δεν μπόρεσαν να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στη σκηνή.

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στον «Θείο Βάνια» της Μαρίας Μαγκανάρη. Ο μικρός χώρος του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων στην Κυψέλη, όπου παρουσιάζεται, δεν επιτρέπει φιλόδοξη σκηνογραφία (ένα τραπέζι στη μία άκρη του χώρου κι ένα πιάνο στην άλλη, και δύο χαλιά στη μέση είναι τα βασικά σκηνικά αντικείμενα) αλλά ο κόσμος του έργου ζωντανεύει μέσα από τις ερμηνείες των ηθοποιών. Η Ανθή Ευστρατιάδου και η Σύρμω Κεκέ ερμηνεύουν με ψυχολογικό βάθος και ευαισθησία την ωραία Ελένα και την άσχημη Σόνια αντίστοιχα – η «αντίστιξη» της εμφάνισής τους ακυρώνεται από τον τρόπο που και οι δύο είναι και παραμένουν ερωτικά αδικαίωτες. Ο Γιωργής Τσαμπουράκης είναι ο καλύτερος Αστρόφ που έχω δει έως τώρα και οι σκηνές του με την Ελένα της Ευστρατιάδου έχουν όλο τον αναγκαίο ερωτισμό, το πάθος που δεν αφήνεται να εκδηλωθεί και τελικά απωθείται. Ο Κώστας Κουτσολέλος δίνει την καλύτερη ερμηνεία της έως τώρα πορείας του, έναν Βάνια αστείο και υπερ-δραματικό μαζί (μόνο που, λόγω των περιορισμένων διαστάσεων του χώρου, μήπως θα έπρεπε να κατεβάσει λίγο την ένταση;).

Ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος έγραψε το θαυμάσιο μουσικό θέμα της παράστασης κι ένα πολύ ταιριαστό τραγούδι («Κείνες οι μέρες οι ζεστές, που αφήσαμε και φύγανε / λες και δεν ήμασταν εμείς / λες κι ήταν κάποιοι άλλοι / Τι σπατάλη!») που εκφράζει καίρια το διαρκώς ενεργό, ηλεκτρικό πεδίο των ξοδεμένων αισθημάτων των πρωταγωνιστών. Επιπλέον ερμηνεύει τον Σερεμπριάκοφ. Και παρότι δεν μπορεί να ερμηνεύσει τον ρόλο ως ηθοποιός, η υποκριτική του αδεξιότητα δεν ενοχλεί, επειδή ο καθηγητής είναι γελοίο ανθρωπάκι. Ο Δημήτρης Ντάσκας και η Υβόννη Μαλτέζου συμπληρώνουν τη διανομή.

Θέατρο ηθοποιών σε φορμάτ Intimate Theatre, η παράσταση της Μαρίας Μαγκανάρη δικαιώνει την αγάπη μας και το ανεξάντλητο ενδιαφέρον για τον απαράμιλλο Ρώσο συγγραφέα.