ΘΕΑΤΡΟ

«Πόση ώρα διαρκεί η παράσταση;»

«Πόση ώρα διαρκεί η παράσταση;»

Υπάρχει μια κρίσιμη ερώτηση που ψιθυρίζεται ανάμεσα στους θεατρόφιλους όλο και πιο συχνά τις τελευταίες θεατρικές σεζόν στην Αθήνα πριν επιλέξουν μια παράσταση: «Πόση ώρα διαρκεί;». Η αλήθεια είναι ότι διατυπώνεται με ενοχές, επειδή κάθε θεατής που σέβεται τη θεατρική τέχνη ξέρει ότι εκείνο που προπαντός τον ενδιαφέρει είναι η ειλικρινής πρόθεση του σκηνοθέτη απέναντί του, το ταλέντο του και η ικανότητά του να τον γοητεύσει. Οταν αυτό πετυχαίνει, η διάρκεια παύει να έχει σημασία αποδεικνύοντας για άλλη μία φορά τη σχετικότητα του χρόνου. Μια παράσταση πέντε ωρών περνάει σε ένα λεπτό, ενώ ένας δεκαπεντάλεπτος μονόλογος μοιάζει με την τυραννική αιωνιότητα αν είναι κακογραμμένος και κενός.

Λένε ότι η αγαπημένη φράση των κριτικών θεάτρου υπήρξε ανέκαθεν: «90 λεπτά χωρίς διάλειμμα». Βασικός λόγος για αυτή την κάπως κυνική διαπίστωση είναι ότι, όπως κάθε εργαζόμενος, έτσι και οι κριτικοί επιθυμούν να κάνουν τη δουλειά τους και να επιστρέψουν στο σπίτι τους μια λογική ώρα.

Παραδοσιακά, τόσο τα θεατρικά έργα όσο και τα μιούζικαλ διαρκούσαν περίπου δυόμισι ώρες με το διάλειμμα. Ωστόσο, την τελευταία δεκαπενταετία τουλάχιστον, αυτό το όριο αποδείχθηκε καταπιεστικό και για τους συγγραφείς θεατρικών έργων και για τους σκηνοθέτες. Οι παραστάσεις μεγάλωσαν και αν εξαιρέσουμε ό,τι θεωρείται θέαμα για όλη την οικογένεια και επίσης τα έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό –σε αντιδιαστολή με το πειραματικό, πιο εναλλακτικό σύγχρονο θέατρο και εκείνους που αναγνωρίζουμε ως «ιδιοσυγκρασιακούς» σκηνοθέτες, συχνά η σύμβαση καταστρατηγείται. Ενώ λοιπόν στη δεκαετία του 1950 και του 1960 οι θεατές μπορούσαν σχεδόν να ρυθμίσουν τα ρολόγια τους χάρη στην ακρίβεια με την οποία ολοκληρωνόταν η πρώτη θεατρική πράξη για να ακολουθήσει η δεύτερη, το κοινό του 21ου αιώνα διαθέτει εμπειρίες επικών θεατρικών μαραθωνίων, εικοσιτετράωρων θεαμάτων και ολονυχτιών, που όταν ολοκληρώνονται, ηθοποιοί και κοινό χειροκροτούνται αμοιβαία για την αντοχή τους.

Αρα το ζήτημα δεν είναι εάν οι θεατές γνωρίζουμε αυτές τις νέες θεατρικές φόρμες, αλλά πόσο προετοιμασμένοι είμαστε να τις αντέξουμε. «Λαμβάνω υπόψη μου τη μεγάλη διάρκεια μιας παράστασης και γίνομαι επιφυλακτική μόνον αν δεν είμαι βέβαιη για τον σκηνοθέτη που την παρουσιάζει», λέει η θεατρόφιλη Ελένη Β. που έχει απολαύσει πολύωρες παραστάσεις κατά τις οποίες, όπως λέει, «ο χρόνος αμβλύνεται, οι αντιστάσεις μειώνονται, τα συναισθήματα εντείνονται και τα πάντα εισχωρούν πιο έντονα μέσα σου». Αν εξαιρέσουμε λοιπόν τις αντικειμενικές δυσκολίες, για παράδειγμα την ένταση μιας εργάσιμης ημέρας και την ανάγκη για ξεκούραση, «το σχόλιο για τον χρόνο σημαίνει ότι η θεατρική αφήγηση δεν σε έχει παρασύρει», συμπληρώνει.

posi-ora-diarkei-i-parastasi0
Στο μυθιστόρημα-ποταμό του Μ. Καραγάτση με τον ίδιο τίτλο στηρίζεται η παράσταση «Γιούγκερμαν» σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου.

Προφανώς η διάρκεια μιας θεατρικής παράστασης ενδιαφέρει το κοινό για λόγους πρακτικούς, επειδή πρέπει στη συνέχεια να προλάβει τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να επιστρέψει στο σπίτι ή την μπέιμπι σίτερ που ανέλαβε να κρατάει τα παιδιά. Πέρα όμως από αυτά, το θέατρο είναι μια μορφή τέχνης που απαιτεί συγκέντρωση για να την παρακολουθήσει κανείς. Χρειάζεται ένα άνετο κάθισμα, μια σκοτεινή, ευχάριστη αίθουσα και μια καλοκουρδισμένη ομάδα στη σκηνή που θα τον κάνει να αγνοήσει την κούραση μιας δύσκολης εργάσιμης μέρας. «Αυτό βεβαίως το λαμβάνω υπόψη μου όταν ρυθμίζω το πρόγραμμα των παραστάσεων», λέει ο Δημήτρης Τάρλοου, που φέτος σκηνοθετεί τον επιτυχημένο «Γιούγκερμαν» στο θέατρο «Πορεία», μια θεατρική διασκευή του ομώνυμου ογκωδέστατου μυθιστορήματος του Μ. Καραγάτση διάρκειας περίπου 3 ωρών. «Πρωτίστως όμως φροντίζω τα θεάματα που σκηνοθετώ να έχουν ενδιαφέρον, η διάρκεια δεν με απασχολεί», προσθέτει. «Το ίδιο συμβαίνει και όταν είμαι εγώ θεατής: Αν κάτι με ενδιαφέρει, παραδίνομαι από το πρώτο λεπτό. Αλλιώς πολύ γρήγορα αρχίζω να κοιτώ το ρολόι μου. Ας επισημάνουμε όμως κάτι ακόμη: το θέατρο στις μέρες μας προσπαθεί να πολεμήσει μια αρρώστια, τον εθισμό στην εικόνα και στη γρήγορη εναλλαγή ερεθισμάτων. Νομίζω ότι το σύγχρονο κοινό, το καλομαθημένο και τόσο εξαρτημένο από το κινητό του, δεν έχει την υπομονή να ακούσει για πολλή ώρα τίποτε με νόημα. Γι’ αυτό άλλωστε δυσκολεύεται τόσο να το απενεργοποιήσει κατά τη διάρκεια μιας παράστασης».

Εμπορική παράμετρος

Συνεπώς, έχει το μέγεθος σημασία στο θέατρο ή απλώς είναι θέμα γούστου και άποψης; Από την πλευρά του το μάρκετινγκ επισημαίνει πως για το κοινό που αναζητεί την πρωτοτυπία, η διάρκεια αποτελεί αξιοσημείωτη εμπορική παράμετρο, ιδίως αν ένα θέαμα είναι πολύ μικρό –λιγότερο από 90 λεπτά– ή πολύ μεγάλο –μεγαλύτερο από 6 ώρες. «Το τι θέλεις να πεις καθορίζει τον τρόπο, συνεπώς το πλαίσιο και τον χρόνο», απαντά ο Αρης Μπινιάρης, σκηνοθέτης της παράστασης «Ξύπνα Βασίλη», πολύ αγαπητής σε κοινό και κριτικούς, που παίζεται τη φετινή σεζόν στο Εθνικό Θέατρο. Η διάρκειά της είναι 90 λεπτά, ενώ αυτήν την περίοδο ο ίδιος προετοιμάζει μια νέα παράσταση περίπου μιας ώρας. «Πιστεύω ότι το ζήτημα της διαχείρισης του χρόνου από έναν σκηνοθέτη χρειάζεται, κατά περίπτωση και χωρίς συνταγές, γενναιοδωρία και οικονομία. Σημασία έχει αυτό που θα πεις να παρουσιάζεται συμπυκνωμένο στον χρόνο που έχεις επιλέξει. Τίποτε να μη λείπει αλλά και να μην υπάρχει κάτι παραπανίσιο», συμπληρώνει.

«Ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος», σχολιάζει η Γιάννα Κ., πιστή λάτρις του θεάτρου, «δεν είναι ο θεατής της ελληνικής αρχαιότητας που περνούσε ημέρες παρακολουθώντας δραματικούς αγώνες. Θέλει να ξέρει πού πηγαίνει και τι θα παρακολουθήσει. Συνεπώς αγωνιώ για τη διάρκεια όταν έχω δισταγμούς για αυτό που παρουσιάζεται. Κάποιοι πιστεύουν ότι οι αργοί χρόνοι και το “σούρσιμο” είναι συνώνυμα του μοντέρνου. Δεν συμφωνώ. Ως θεατής δεν έχω αντίρρηση να ξεβολευτώ, αλλά αυτό να συμβεί από μια παράσταση που θα με γοητεύσει και θα με καθηλώσει».