ΘΕΑΤΡΟ

Ο Κάφκα στην Πολωνία του 2019

Ο Κάφκα στην Πολωνία του 2019

Το είπε μόνος του ο Πολωνός σκηνοθέτης Κρίστιαν Λούπα: «Οδυνηρό και συναρπαστικό». Μπορεί να αναφερόταν στη «Δίκη» του Κάφκα, αλλά αποτύπωνε με τον καλύτερο τρόπο την αίσθηση της 5ωρης παράστασής του στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση (έως μεθαύριο, Κυριακή). Η ενοχή, ο εφιάλτης, η ακραία πολιτική δυσανεξία στη χώρα του, «αυτό το είδος παράξενης σκοτεινής επίθεσης στον άνθρωπο, η εξόντωση και προσβολή του ανθρώπου με έννομα μέσα», όλα όσα υπενθυμίζουν διαρκώς το καφκικό πρότυπο, ο παραλογισμός, η αίσθηση πανικού, που παραμένουν επί της ουσίας αναλλοίωτα, είναι βασικά συστατικά της παράστασης.

Ο 75χρονος κορυφαίος Ευρωπαίος δημιουργός αναφέρθηκε χθες διεξοδικά στο έργο, στον τρόπο που σκηνοθετεί και «βλέπει» τον κόσμο, την πολιτική, την κυβέρνηση της χώρας του με μια στοχαστική μαχητικότητα (όσο και αν φαίνονται λέξεις αντικρουόμενες).

Η αντίδραση του Πολωνού σκηνοθέτη για τα φαινόμενα λογοκρισίας που πληθαίνουν στην πατρίδα του –θύμα και το ιστορικό Teatr Polski του Βρότσλαβ, στέγη του Λούπα– καταγράφεται στη δική του εκδοχή της «Δίκης». Ο εφιάλτης του Γιόζεφ Κ., που συλλαμβάνεται από τις καθεστωτικές υπηρεσίες, γίνεται ο εφιάλτης του Teatr Polski, του Κρίστιαν Λούπα, της Πολωνίας σήμερα. Μαύρες ταινίες σφραγίζουν τα στόματα των δεκαεπτά πρωταγωνιστών του, που καταγγέλλουν τη συντριβή του πολίτη σε μια καφκική χώρα.

«Ο κομμουνισμός και ο ακραίος συντηρητισμός έχουν μεγάλες ομοιότητες. Οι άνθρωποι που κυβερνούν σήμερα είναι φτιαγμένοι από εκείνη την πραγματικότητα. Αυτή η αίσθηση οδηγεί την κοινωνία σε μια μορφή σχιζοφρένειας», λέει ο Λούπα. «Στη δεκαετία του ’30 πολλοί θεωρούσαν υπερβολή το γεγονός ότι κάποιοι τα έβλεπαν όλα μαύρα. Και τότε δεν μπορούσαν να προβλέψουν τις εξελίξεις… Ετσι και τώρα. Δεν ξέρουμε πού θα οδηγήσουν οι συμπεριφορές των “αστερίσκων” της πολιτικής. Ο φόβος υπάρχει. Είναι κάτι σαν “φουτουριστική προαίσθηση”. Ο φασισμός είναι ένας τρόπος σκέψης· πάντα υπάρχει ένας εχθρός απέναντι στον οποίο συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις μας». Μετά τον εκτοπισμό του από το Teatr Polski, ο Λούπα κατάφερε να ανεβάσει τη «Δίκη» χάρη στη στήριξη ευρωπαϊκών πολιτιστικών οργανισμών (η Στέγη ήταν από τους πρώτους φορείς που συνέβαλαν στο εγχείρημα).

o-kafka-stin-polonia-toy-20190
Ο 75χρονος Πολωνός σκηνοθέτης Κρίστιαν Λούπα, χθες, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Η πεντάωρη παράσταση είναι μια αισθητικά καθηλωτική και γόνιμη δοκιμασία για τον θεατή. Ο περιβάλλων χώρος, συχνά κινηματογραφημένος, προβάλλεται σε οθόνη ή στο εσωτερικό του σκηνικού, συμβάλλοντας στην ατμόσφαιρα παρακμής, ενός εφιάλτη σε εξέλιξη, ενός όλο και πιο δυσοίωνου κόσμου, φαντασιακού και πραγματικού. Ο Λούπα είναι σαν να κατεβαίνει διαρκώς μια σπειροειδή κλίμακα, στο μυαλό του συγγραφέα –ταυτισμένου με τον ήρωα– αλλά και του δικού του ψυχισμού. «Δεν χρειάζεται να ταυτιστούμε με τον πρωταγωνιστή, δεν χρειάζεται να τον αναδείξουμε ως παράδειγμα, θα πρέπει να παραμείνει ένα ατελές ανθρώπινο ον. Ο Κάφκα ήταν εκδικητικός και βάναυσος και αντιμετωπίζει τον Γιόζεφ Κ. με βάναυσο τρόπο. Σαν να απεχθάνεται τον ήρωα που έχει δημιουργήσει, σκοτώνει τον αχρείο άνθρωπο μέσα του. Πρόκειται για μια εκπληκτική πράξη αυτοκαταστροφής». Το βιβλίο, προσθέτει, «δεν είναι γραμμένο ως η ιστορία ενός αθώου. Είναι η ιστορία κάποιου που η ενοχή του είναι καλυμμένη. Ολη η ύπαρξη του Κάφκα συνδέεται με την ενοχή. Σε όλη τη δίκη δεν μαθαίνουμε γιατί είναι κατηγορούμενος ο ήρωας, αλλά δεν συμπεριφέρεται σαν αθώος».

Yπαρξιακά ερωτήματα

Η έννοια της ενοχής, συνδεδεμένη με τον ερωτισμό, τον βαθύ πουριτανισμό, συνέπεια και του καθολικισμού –«η καθολική ενοχή βασίζεται στην απαγόρευση, ζεις για να μην κάνεις αμαρτίες»–, είναι ανάμεσα στα θέματα που απασχολούν τον σκηνοθέτη. Το δεύτερο από τα τρία μέρη της παράστασης βασίστηκε, όπως μας είπε, στον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών του, καθώς η «Δίκη» είναι ένα ανολοκλήρωτο μυθιστόρημα και ο Λούπα «συμπλήρωσε» τα ενδιάμεσα. «Τα λογοτεχνικά κενά με συναρπάζουν», υπογραμμίζει. Οι ηθοποιοί, ξαπλωμένοι στα κρεβάτια ενός σανατορίου, σιγά σιγά απογυμνώνονται (και ο κεντρικός ήρωας κυκλοφορεί σε μεγάλο μέρος της παράστασης γυμνός). Υπαρξιακά ερωτήματα, ο ρόλος του καλλιτέχνη, μια παφλάζουσα μελαγχολία, «παγιδευμένη» σε έναν χρόνο απόλυτα διεσταλμένο. Και το σχόλιο του Λούπα: «Νομίζω ότι ο θεατής που τρέχει πρέπει να σταματήσει και να πάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Καταναλώνει έργα δράσης καταβροχθίζοντας το ένα μετά το άλλο έργα που μας καταδικάζουν στο κενό και σε μια πνευματική καταστροφή».

Για τον Λούπα το θέατρο είναι το οξυγόνο του και η διαφυγή του. «Θα φεύγατε από τη χώρα σας;» τον ρωτήσαμε. «Πρέπει να επιστρέφω διαρκώς για να συμβάλλω στην αλλαγή της σημερινής πραγματικότητας», απάντησε.