ΘΕΑΤΡΟ

Ενδιαφέροντες «Βρικόλακες» στο Θέατρο Τέχνης

Ενδιαφέροντες «Βρικόλακες» στο Θέατρο Τέχνης

Oλα όσα κρίνουν το παρόν έχουν συντελεστεί στο παρελθόν στους «Βρικόλακες» του Iψεν. Η κ. Aλβινγκ βρέθηκε παντρεμένη με τον λοχαγό Aλβινγκ για την καλή οικονομική και κοινωνική του θέση. Eναν χρόνο μετά θέλει να τον εγκαταλείψει – στον  σύζυγό της αρέσουν τα ξενύχτια, τα ποτά, οι γυναίκες. Καταφεύγει στον πνευματικό της, με τον οποίο μοιράζονται αισθήματα δυνάμει ερωτικά, αλλά ο πάστορας Μάντερς την «επιστρέφει» – το καθήκον υπεράνω όλων. Η νεαρή γυναίκα αποκτά έναν γιο, τον Oσβαλντ, και για χάρη του αποφασίζει να καλύπτει επί σχεδόν είκοσι χρόνια τις ακολασίες του συζύγου της. Η ίδια αναλαμβάνει τη διεύθυνση του σπιτιού και της περιουσίας τους. Στερείται όχι μόνο τον έρωτα αλλά και τις χαρές της οικογενειακής ζωής, αφού για να προστατεύσει το παιδί από το αρνητικό πατρικό παράδειγμα, τον στέλνει εσωτερικό σε καλά σχολεία από τα επτά του. 

Oταν αρχίζει το έργο ο Οσβαλντ είναι είκοσι επτά ετών και έχει μόλις φτάσει από το Παρίσι για τα εγκαίνια του Ιδρύματος Λοχαγού Aλβινγκ, ενός ορφανοτροφείου που ανήγειρε η μητέρα του στη μνήμη του πατέρα του. Ο πάστορας Μάντερς καταφθάνει για την ίδια υπόθεση. Κουβέντα στην κουβέντα θα έρθουν στο φως μυστικά επί χρόνια καλά κρυμμένα. Ο Iψεν ανατινάζει το σαλόνι των Aλβινγκ, σύμβολο των αστικών αξιών, παρουσιάζοντας την άχαρη και σκοτεινή πραγματικότητα όσων προσαρμόζουν τη ζωή τους στις κοινωνικές επιταγές και στις αρχές της Εκκλησίας. O,τι απωθήθηκε, ο έρωτας κι η χαρά της ζωής, θα γίνει φαρμάκι που μέσα στον χρόνο θα δηλητηριάσει όχι μόνο τους αυτουργούς αλλά και τα παιδιά τους. Η σχέση των «Βρικολάκων» με την αρχαία τραγωδία είναι σαφής: η μοίρα είναι αναπόδραστη και τόσο η κ. Aλβινγκ όσο και ο γιος της (που παρότι δεν αμάρτησε, κληρονόμησε την πατρική ασθένεια, τη σύφιλη) θα πληρώνουν μέχρι τέλους επιλογές που τους επιβλήθηκαν. 

Πολύ έντεχνα ο Iψεν αποκαθηλώνει στο πρόσωπο του Μάντερς την υπερβατική πίστη του Κίρκεγκααρντ (ο Δανός φιλόσοφος χώρισε την αρραβωνιαστικιά του για να κρατήσει αλώβητο από τη φθορά της καθημερινότητας τον έρωτά του και την εικόνα της – και για να δοκιμαστεί εν Θεώ με τον μεγαλειώδη τρόπο του βιβλικού Αβραάμ). Επιπλέον, θα δείξει πόσο λάθος είναι ζητήματα πίστης, που αφορούν την προσωπική σχέση του καθενός με τον Θεό, να αποκτούν «αξιακό» βάρος στον τρόπο που λειτουργούν οι κοινωνίες. Ο Μάντερς προτείνει στην κ. Αλβινγκ να μην ασφαλίσει το Ορφανοτροφείο ως ένδειξη πίστης στη Θεία Πρόνοια. Το ίδιο βράδυ το Ιδρυμα γίνεται παρανάλωμα του πυρός. 

Ο Iψεν δεν θα μπορούσε να μιλήσει καθαρότερα: ο Θεός δεν έχει σχέση με τις ανθρώπινες υποθέσεις. Και αν ο Χριστός είναι «η αλήθεια και η ζωή», η αλήθεια δεν σώζει πάντα, ούτε και το Καλό είναι ένα για όλους. Τόσο η απόκρυψη της αλήθειας όσο και η αποκάλυψή της οδηγούν στην απώλεια. Στην έννοια του καθήκοντος, που στον ηθικό κώδικα των Διαμαρτυρομένων έχει πρωταρχική σημασία, δεν μπορεί να μη συμπεριλαμβάνεται το καθήκον στον εαυτό: το δικαίωμα των ανθρώπων να ζήσουν ελεύθερα σύμφωνα με τις επιθυμίες τους. Το δικαίωμα στη χαρά. Καλή η μεταφυσική των ηθών, η καθηκοντολογία του Καντ, αλλά ίσως τελικά ο σχετικισμός να ταιριάζει καλύτερα στην ατελή ανθρώπινη φύση. 

Ο Δημήτρης Καραντζάς, σκηνοθετώντας τους «Βρικόλακες» στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου (συμπαραγωγή με το Θέατρο του Νέου Κόσμου) πρότεινε έναν ήπιο φορμαλισμό που αναδεικνύει σκηνικά την καταπιεσμένη φύση των ηρώων. Το σαλόνι ορίζουν ημιτελείς βιτρίνες, χωρίς τζάμια, στις οποίες έχουν τοποθετηθεί αντικείμενα χωρίς εμφανή αξία (σκηνογραφία Κλειώ Μπομπότη). Τα σχήματά τους είναι απολύτως γεωμετρημένα, όπως και οι κινήσεις των κεντρικών προσώπων. Δεν υπάρχουν καμπύλες σε αυτόν τον σκηνικό χώρο, μόνο ευθείες παράλληλες και κάθετες. Ο συμφιλιωτικός κύκλος απουσιάζει. Τον τόνο δίνει η «καθετότητα» της κ. Aλβινγκ, η λόγχη του δίκιου που έμεινε αδικαίωτο, η υπέροχη Ρένη Πιττακή.

Ο Ακύλλας Καραζήσης ως πάστορας Μάντερς αναδεικνύει την κωμική αντίφαση του ρόλου του πνευματικού οδηγού: πώς καθοδηγείς τους άλλους όταν ως απάντηση σε στοιχειώδη ερωτήματα της ύπαρξης προτείνεις την αδιαπραγμάτευτη πίστη στον Θεό και στις πατριαρχικές αξίες της Εκκλησίας και της κοινωνίας; Στην κατεύθυνση αυτή, και με δεδομένο ότι η ζωή και η σκέψη του Κίρκεγκααρντ είχαν απασχολήσει τον Iψεν, θυσιάστηκαν στην ερμηνεία του ηθοποιού το βάθος, η οδύνη και η πνευματικότητα της αναμέτρησης του ήρωα με τον Θεό, δηλαδή με το έσχατο νόημα της ύπαρξης. 

Η Ιωάννα Κολιοπούλου είναι εξαιρετική στον ρόλο της Ρεγγίνας, ένα ακριβές ερμηνευτικό όργανο που καταφέρνει ανεπαίσθητα να περάσει τα διαφορετικά επίπεδα του ρόλου της. «Ρόλος» στην αρχή, στο τέλος η νεαρή γυναίκα θα σπάσει τα καλούπια, τα αυστηρώς καθορισμένα όρια και θα τολμήσει να βγει στον κόσμο, να εκτεθεί στο κίνδυνο, να ζήσει. Ο Μιχάλης Σαράντης στον ρόλο του Oσβαλντ, μαζί με τον Eνγκστραντ του Κώστα Μπερικόπουλου κινούνται ερμηνευτικά στο πλαίσιο ενός αδρού ρεαλισμού, αναγκαίου για να θέσει σε κίνηση ένα σπίτι που λειτουργούσε πάντα ως σκηνικό. Χωρίς αληθινούς ανθρώπους, χωρίς αληθινές σχέσεις.

Eτσι, καθώς η φόρμα υποχωρεί όσο το έργο πλησιάζει προς το τέλος του, χαλαρώνει η γεωμετρικότητα των κινήσεων στον χώρο και οι αλήθειες που βγαίνουν στο φως ακυρώνουν τη σταθερότητα της κατασκευής, η παράσταση ανακτά τη συγκινησιακή δύναμη που αρχικά της λείπει. Το τελευταίο μέρος, όταν σκηνή και πρόσωπα φωτίζονται από το πλάγιο φως ενός προβολέα, μοιάζει άτεχνο και φωτιστικά κουραστικό αλλά ναι, κάποια έργα κλωτσάνε σε λύσεις αισθητικά άψογες. Κι όπως το φως του ήλιου είναι ανελέητο στην ασχήμια, έτσι κι αυτός ο ταπεινός προβολέας αρνείται να μαλακώσει την οικεία φρίκη. Σίγουρα μία ενδιαφέρουσα παράσταση.