ΘΕΑΤΡΟ

Ο «άνθρωπος που γελά» είμαστε εμείς

Ο «άνθρωπος που γελά» είμαστε εμείς

Από την πρώτη στιγμή, ο συνθέτης και σκηνοθέτης Θοδωρής Αμπαζής δίνει το στίγμα της νέας παράστασής του: «Η ταινία του Ζαν Πιερ Αμερί με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ ήταν σαν ένα ρομάντζο εμπορικής γραμμής. Ομως “Ο άνθρωπος που γελά” του Βίκτωρος Ουγκώ είναι ένα βαθιά πολιτικό έργο». Ετσι αρχίζει τη συζήτησή μας ο αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου για την παράστασή του στο «Ρεξ». «Ακόμη και ο τίτλος του μυθιστορήματος αυτού σε κεντρίζει. Στην πλοκή βλέπεις ότι ο άνθρωπος που γελά δεν γελά ποτέ. Τον χάραξαν, τον χειρούργησαν, του άνοιξαν τα χείλη και του τράβηξαν τους μυς προκειμένου να σχηματιστεί ένα μόνιμο χαμόγελο, σαν μάσκα στο πρόσωπό του. Μια βίαιη επέμβαση της εξουσίας πάνω του, με στόχο να τον εξαφανίσει».

Η παράσταση του Αμπαζή είναι μια μουσικοθεατρική σύνθεση βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουγκώ, σε διασκευή και λιμπρέτο της Ελσας Ανδριανού, μετάφραση της Ντορέτας Πέππα με 21 ηθοποιούς και πέντε μουσικούς στη σκηνή. Κι εκεί, μουσικά, χωρούν από την τζαζ και την κλασική μέχρι το μπαρόκ, την όπερα και το μιούζικαλ.

Το κείμενο μπορεί να μην είναι τόσο δημοφιλές όπως οι «Αθλιοι» ή «Η Παναγία των Παρισίων», όμως έχει το δικό του ξεχωριστό ενδιαφέρον. Για πρώτη φορά έγινε ταινία το 1928 από τον Γερμανό εξπρεσιονιστή Πολ Λένι. Το 2012 μεταφέρθηκε από τον Αμερί, δύο χρόνια μετά έγινε θεματική έκθεση στο Μουσείο Ουγκώ στο Παρίσι με τίτλο «Εχει πρόσωπο η ψυχή;», ενώ μέχρι σήμερα ενέπνευσε μουσικές παραστάσεις, όπερες και μιούζικαλ από τη Γερμανία έως την Κίνα.

Ο χρόνος δημοσίευσής του

«Ο άνθρωπος που γελά», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής, δημοσιεύθηκε δύο χρόνια πριν από την εξέγερση της παρισινής Κομμούνας. Καταπιάνεται με την κοινωνική ανισότητα, τις ακρότητες της εξουσίας, την πολιτική ευθύνη του ανθρώπου για παρέμβαση. «Και εμείς σήμερα ζούμε την κρίση της Ευρώπης, σε μια εποχή σκοταδισμού, που έρχονται τα πάνω κάτω».

Ολα συμβαίνουν στο Λονδίνο του 18ου αιώνα. Ο λαός είναι εξαθλιωμένος και οι πλούσιοι πλήττουν. Η παράσταση ξεκινά όταν ο νεαρός με το παραμορφωμένο πρόσωπο, ο Γκουίνπλεϊν, γίνεται διάσημος εξαιτίας αυτής της ιδιαιτερότητάς του. Μέλος ενός θιάσου, ερωτεύεται μια δούκισσα η οποία αναζητεί το αλλιώτικο. Είναι άλλωστε η εποχή της τερατολαγνείας και των φρικ σόου.

Κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι και αυτός έχει αριστοκρατική καταγωγή. Δέχεται να πάει στη Βουλή των Λόρδων πιστεύοντας ότι θα μπορέσει να κάνει κάτι καλύτερο για τον λαό, γιατί έζησε στην πείνα και την ανέχεια. Ομως, όλοι τον βλέπουν χωρίς να τον ακούν. Εν τέλει, φεύγει ηττημένος.

«Το θέμα μας έχει να κάνει κυρίως με την ήττα ή τη νίκη της αντίστασης στη Βουλή των Λόρδων. Τις παραμορφώσεις που υφιστάμεθα από διάφορα κέντρα εξουσίας και μας αφοπλίζουν».

Στο έργο, ο κόσμος δεν αλλάζει, αλλά συνεχίζει να μάχεται. «Το ερώτημα είναι αν κάθε ήττα είναι το τέλος ενός πράγματος ή η αρχή ενός άλλου», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής. «Δεν είναι το κορυφαίο έργο του Ουγκώ, αλλά είναι το πιο θυμωμένο και καταγγελτικό. Ο πάνω και ο κάτω κόσμος που αναφέρει είναι ο κόσμος της φτώχειας και του πλούτου. Ο άνθρωπος που γελά σήμερα, είμαστε όλοι εμείς».

Σε μιαν εποχή που κλείνουν κύκλοι, που είμαστε αντιμέτωποι με την ξενοφοβία, τον νεοφασισμό, «με τρομάζει», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής, «ο συντηρητισμός που βλέπω και στην Ευρώπη, ο τρόπος που αντιστρέφονται τα πράγματα. Η επέλαση της μαυρίλας και στο Ευρωκοινοβούλιο. Σε λίγο θα δούμε νομοθετήματα που δεν θα πιστεύουμε. Γυρνάμε προς μια επικίνδυνη ακρότητα. Ο καλλιτέχνης πρέπει να κάνει κάτι από τη θέση του. Δεν υπήρξα ποτέ ούτε κομματικός ούτε στρατευμένος, αλλά ως καλλιτέχνης πρέπει να μιλήσεις με τη δουλειά σου».

Την παράστασή του την αντιμετωπίζει σαν παρτιτούρα. «Με ενδιαφέρει η συνολική σκηνική σύνθεση που αποτελείται από τη μουσική, τον ρυθμό, τον λόγο, την εικόνα και τον οπτικό ήχο που διδάσκω στους μαθητές μου. Ο οπτικός ήχος δεν ακούγεται, όμως σε επηρεάζει στη σύνθεση. Αρα οι γωνίες, τα σχήματα, τα χρώματα, ο ρυθμός, όλα έχουν μεγάλη σημασία. Απλώς χρειάζεται σαφήνεια και καθαρότητα. Να ανήκουν στην ίδια αρμονία, στο ίδιο σύμπαν. Πάντα σκεφτόμουν τη μουσική θεατρικά. Ακόμη και αν ήταν συμφωνικά έργα. Με το μουσικό θέατρο ασχολούμαι από το 1988, τα χρόνια της σχολής, και  πάντα κατέγραφα στην παρτιτούρα μου την κίνηση των σωμάτων και τη θέση στον χώρο».

o-anthropos-poy-gela-eimaste-emeis0
«Αν κάποιος βιοπορίζεται παρότι δεν έχει εφόδια, αυτό αφορά την κοινωνία που φτιάξαμε. Αν το καταναλώνουμε, είναι δικό μας πρόβλημα», λέει ο Θοδωρής Αμπαζής.

Στη Μουσική Ακαδημία της Ουτρέχτης, όπου σπούδασε, η κίνηση και η ζωή των μουσικών ήταν καταγεγραμμένη.

«Αν θα καθίσουν στην καρέκλα, θα είναι όρθιοι, θα γονατίσουν, θα παίξουν τσέλο. Ηταν μια παράδοση της μουσικής του β΄ μισού του 20ού αιώνα όπου στο σύγχρονο μουσικό θέατρο οι συνθέτες άρχισαν να ασχολούνται με τη σκηνική δράση σαν εργαλείο μουσικής. Στο σύγχρονο μουσικό θέατρο δεν υπάρχουν οι διαχωρισμοί συνθέτης και σκηνοθέτης. Οταν συναντήθηκα με τον Στάθη Λιβαθινό, ο οποίος κουβαλούσε τον κόσμο της Ρωσίας όπου σπούδασε σκηνοθεσία, κατάλαβα ότι η δική του γλώσσα με τη δική μου ήταν ακριβώς ίδιες, απλώς είχαν άλλη ορολογία. Οπότε άρχισα να διδάσκω θέατρο μέσα από τη μουσική. Πάντως και το κοινό, όταν βλέπει μια παράσταση, την κρίνει μουσικά. Μιλάει για τον  ρυθμό που είχε, την αρμονία».

Τι αναζητεί ο ίδιος ως θεατής; «Θέλω να αλλάξει η αναπνοή μου. Δεν με νοιάζει να φύγω ευχαριστημένος, ας φύγω θυμωμένος, αρκεί να μη φύγω ο ίδιος. Θέλω να μετακινηθώ».

Στον θεατρικό υπερπληθωρισμό της Αθήνας πιστεύει ότι υπάρχουν παραστάσεις που προκαλούν τέτοια συναισθήματα.

«Μπορεί να είναι διαμάντια που δεν είδαμε. Είναι πάντως καλύτερο τα παιδιά να βλέπουν θέατρο, παρά να ξημεροβραδιάζονται βλέποντας “Survivor”. Μπλέξαμε όμως, ότι η τέχνη είναι σώνει και καλά κάτι για το οποίο κάποιος βιοπορίζεται. Αλλοι βιοπορίζονται, άλλοι όχι. Εχουμε πρόβλημα με το πόσοι γίνονται ηθοποιοί, αλλά δεν έχουμε με το πόσοι γίνονται πιανίστες ή κιθαρίστες.

Αν κάποιος βιοπορίζεται παρότι δεν έχει εφόδια, αυτό αφορά την κοινωνία που φτιάξαμε. Αν το καταναλώνουμε είναι δικό μας πρόβλημα.

Θα διαπρέψει αυτός που παιδεύεται για χρόνια, σε συγκεκριμένη κοινωνία που βάζει υψηλά στάνταρντ. Αν μια κοινωνία δεν τα ορίζει, θα πετύχει όποιος να ’ναι. Θυμάμαι με πόσον σεβασμό αντιμετώπιζαν τους καλλιτέχνες στην Ολλανδία. Αυτό σε κινητοποιεί να επενδύεις σε ώρες σκληρής δουλειάς».

Η θητεία στο Εθνικό

Η συζήτησή μας κλείνει με το Εθνικό Θέατρο. Η θητεία του αναπληρωτή διευθυντή ολοκληρώνεται τον Μάιο, έχει δηλώσει πως δεν θέλει να συνεχίσει, «ο κύκλος αυτός έκλεισε». Θα συνεχίσει ως καλλιτέχνης και δάσκαλος.

Εχει την ομάδα θεάτρου ΟΠΕRΑ, που ίδρυσε το 2000, ενώ τον περιμένουν σχέδια στο εξωτερικό και το καλοκαίρι η Επίδαυρος – η συνεργασία του με την Ιώ Βουλγαράκη στον «Αγαμέμνονα» (ενιαία παράσταση της «Ορέστειας») του Αισχύλου.

«Εχω δέκα χρόνια στη διεύθυνση θεάτρων, στο Εθνικό Θέατρο και στα ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας και Καβάλας. Η εξουσία πρέπει να αλλάζει χέρια για να μην εθιζόμαστε».