ΘΕΑΤΡΟ

Αντίστασης μνήμες και αναγωγές

Αντίστασης μνήμες και αναγωγές

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ
Αυγά μαύρα
σκηνοθ.: Αντώνης Αντωνίου
θέατρο: Θεατρική Σκηνή

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ/ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ
Καληνύχτα ντε….
σκηνοθ.: Μάνια Παπαδημητρίου
θέατρο: Θέατρο Τέχνης (Υπόγειο)

Μεγάλωσα με ιστορίες από «το βουνό» αντί για παραμύθια. Φυσικό να τις βλέπω αργότερα –και μετά την παντοειδή υπερεκμετάλλευσή τους σε θέατρο και λογοτεχνία– παρωχημένες, ακόμη και ρομαντικές μέσα στον ίλιγγο των γεωπολιτικών και οικουμενικών εξελίξεων. Ομως να, που ένα έργο εικοσαετίας, μια τέτοια ιστορία με πολλές ακόμα Ιστορίες εντός της, όχι μόνο με συγκίνησε αλλά μου ανακίνησε κι ένα καθαρόαιμα δραματουργικό ενδιαφέρον: Τα «Αυγά μαύρα» του Διονύση Χαριτόπουλου δεν είναι μόνο μια καλπάζουσα καταγραφή σκληρής εμφυλιακής μνήμης, υπόδειγμα δραματικής και σκηνικής οικονομίας, αλλά και ευρηματικά θεατρικό, βαθιά σπαρακτικό ψυχογράφημα. Ο Αντώνης Αντωνίου που το σκηνοθέτησε για τον εαυτό του (Σπύρος) και τη Νατάσα Ασίκη (Μαρία), παραλείποντας τον βωβό ρόλο του γέρου, βρήκε το μέτρο της ανθρωπιάς, της καθαρότητας και της λιτότητας.

Βρήκε το μέτρο της ευγένειας και του σεβασμού στον αγώνα των ανώνυμων, δικαιωμένων, παραπλανημένων, αλλά και παράπλευρα τραυματισμένων. Το συγγραφικό εύρημα, η ιστορία να μιλιέται από κάποιον που τη βίωσε ως παιδί εξιστορώντας την στην αδελφή του, που ήταν ακόμη βρέφος δίχως μνήμες, εξασφαλίζει την αθωότητα και την ειλικρίνεια, που συχνά λείπει από την αντίστοιχη φιλολογία. Και το επιπλέον εύρημα του τέλους, που μας αποκαλύπτει ένα συγκλονιστικό, καθημερινό τελετουργικό επιβίωσης, φωτίζει παρηγορητικά την κάθε σκοτεινή πτυχή στη συμπεριφορά αδελφής και αδελφού κατά τη διάρκεια του έργου.

Η υποκριτική μεταστροφή της Νατάσας Ασίκη από στερημένο, διαταραγμένο κοινωνικά αγρίμι, εγκλωβισμένο στη νεύρωση του εγκλεισμού και της εμμονικής καθαριότητας, σε διψασμένο παιδί που ζητάει απελπισμένα σκόρπια κομματάκια για να ταιριάξει το παζλ μιας ανύπαρκτης παιδικής ηλικίας, ήταν συνταρακτική. Μια πλήρης, σκηνική δικαίωση. Εξαιρετικός, παραστατικός, με παιδικό ενθουσιασμό και αμεσότητα, με αληθινή έγνοια και απέραντη στοργή στη φωνή, στην έκφραση και στον σωματικό «λόγο», ο Αντωνίου διέπρεψε στον ρόλο του χρησιμοποιώντας την αφοπλιστική αλήθεια των μέσων του.

Πλήρη συνειρμών και εικόνων τα προσφιλή μουσικά θέματα από συνθέσεις της Ελένης Καραΐνδρου. Στα σκαλιστά έπιπλα της τραπεζαρίας (σκηνικά – κοστούμια Νίκος Κασαπάκης) είχες την αίσθηση πως άφησαν δαχτυλιές και τα δικά σου παιδικά δάχτυλα καθώς έψαυαν ξυλόγλυπτα άνθη, καμπύλες, γούμενα. Αποτυπώματα σε παλιό παλίμψηστο, σαν ιστορίες της Αντίστασης που έρχονται ακάλεστες ξανά στην επιφάνεια.
Σε πολλές βάρκες

Περυσινοί απόφοιτοι της Δραματικής Σχολής του Θεάτρου Τέχνης, μεταξύ μαθητικού ενθουσιασμού κι επαγγελματικών ανιχνεύσεων, ακολούθησαν την καθηγήτριά τους Μάνια Παπαδημητρίου σ’ ένα δύσκολο και σύνθετο εγχείρημα: Να πατήσουν σε πολλές ταυτόχρονα δραματουργικές βάρκες (στο διήγημα του Δημήτρη Χατζή «Μαργαρίτα Περδικάρη», στην πολυπαιγμένη θεατρική μετάπλαση του Γεράσιμου Σταύρου «Καληνύχτα Μαργαρίτα», σε μια ασαφή αναγωγή του αντιστασιακού αυτού θέματος στο δύσκολο σήμερα και σ’ ένα ακόμη πιο δυστοπικό αύριο –2024– με γενική κατάργηση και απαγόρευση των βιβλίων).

Τόσο ο Χατζής όσο και ο Σταύρου εστιάζουν διπλά: Πρώτα στην αντιστασιακή μύηση της νεαρής δασκάλας και χαϊδεμένης, Μαργαρίτας, που καταδομένη από την ίδια της την οικογένεια βασανίζεται και τουφεκίζεται από τους Γερμανούς. Προηγείται όμως η εκ των έσω κατάρρευση της οικογένειας των Περδικάρηδων (θεσμού σχεδόν, ηθικής διάβρωσης, μεγαλοαστικής υποκρισίας, επαρχιώτικης μεγαλομανίας, μαυραγοριτισμού, συνεργασίας με τον κατακτητή και δωσιλογισμού). Αν συνυπολογίσει κανείς και την ηλικιακή ερμηνευτική δυσκολία, καθώς νεότατοι, άπειροι ηθοποιοί υποδύονται και γέρους ή μεσήλικες, οι προκλήσεις πληθαίνουν. Παραμένουν δε τα εγγενή προβλήματα σε αρκετούς από τους χαρακτήρες του Γ. Σταύρου, που είναι σχηματικοί, επιρρεπείς στο υπερπαίξιμο και στην καρικατούρα. Φοβάμαι, η συγκινητική προσπάθεια της ομάδας Θεάτρου Τέχνης με ευθύνη της ξεχωριστής ηθοποιού και πολυστρατευμένης Μάνιας Παπαδημητρίου έπεσε σχεδόν σε όλες τις παγίδες.

Διασώθηκε η λεπταίσθητη και λιτότατη ερμηνεία της Ιουλίας Γεωργίου (Μαργαρίτα) και η αφτιασίδωτη, αδρή και μετρημένη του Εκτορα Λιάτσου (Ορέστης). Η μουσική της Μαρίνας Χρονοπούλου κράτησε αξιοθαύμαστες ισορροπίες ανάμεσα στην εσωτερική κι εξωτερική υπερκίνηση της παράστασης.